Συντυχάννετε* Καρπασίτικα;
*(Συντυχάννω: Συν+τυγχάνω=συναντούμαι με κάποιο καισυνομιλώ, ομιλώ)

Προσπάθεια μας σ΄ αυτή τη σελίδα, είναι να καταγράψουμε όσο μπορέσουμε περισσότερες ριζοκαρπασίτικες λέξεις. Στόχος μας η προσπάθεια αυτή είναι να μην σταματήσει ποτέ, γιατί το ριζοκαρπασίτικο λεξιλόγιο είναι αστείρευτο. Οι πηγές μας είναι κυρίως οι ηλικιωμένοι ριζοκαρπασίτες αλλά και οποιοσδήποτε κουβαλά μέσα του αλησμόνητες μνήμες. Μπορείτε και σεις να μας  στείλετε τις δικές σας ριζοκαρπασίτικες λέξεις με email.

Η Ριζοκαρπασίτικη διάλεκτος, όπως και κάθε διάλεκτος έχει τα δικά της ξεχωριστά χαρακτηριστικά. Χαρακτηριστικά τα οποία είναι πολύ πιο έντονα στους ηλικιωμένους Ριζοκαρπασίτες αλλά κυρίως στους εγκλωβισμένους μας.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά είναι η χρήση του "-ούρι" ή ¨-ούρα" σε πολλά υποκοριστικά ουσιαστικά. Πχ. τενεκές ---> τενεκούρι, Στέλιος ---> Στελιούρι, καλάθι ---> καλαθούρι, κοπέλλι ---> κοπελλούρι, μάππα---> μαππούρα, κοπέλλα ---> κοπελλούρα, κλωστή ---> κλωστούρα. Ένα άλλο χαρακτηριστικό ιδίωμα είναι η κατάληξη πάλιν υποκοριστικού στα ουσιαστικά "-ππί" Πχ. Τσάππα ---> τσαππί, Κάττα (γάτα) ---> καττί. Επίσης η φωνητική κλήση θυλ. Βρή είναι ένα χαρακτηριστικό Π.χ Βρή Μαρία.

Ευχαριστούμε θερμά τον Στ. Παπαχριστοδούλου για τη μεγάλη προσφορά του στην προσπάθειά μας.

Α

Άβκαρτος:(α+βγάζω).

Αγκαρώνω: Βάλλω κάποιον να μου κάνει μιαν εργασία, δουλειά. Υποχρεώνω κάποιον να μου κάνει μιαν αγγαρεία.

Άγιωμα: Σκουριά.

Αγκάλη: Δεμάτι, δέσμη, όσα χωράει η αγκαλιά μας

Αγκρίζουμαι: Παρεξηγούμαι.

Αγνέρα ή Αρνέρα: Ίχνος, σημάδια που αφήνει κάποιο όχημα κάτω.

Αγρικώ ή Αχρικώ: Ακούω.

Αζούλα ή Αούλα: Ζήλια.

Αζουλεύκω ή ζουλεύκω: Ζηλεύω.

Ακιάση: (Άδειος) Ελεύθερος χρόνος.

Αλακατούρι:Αλακάτι, Ζεύγος σταυρών (ξύλινων ή μεταλλικών περίπου 80 εκατοστών το κάθε μέρος του σταυρού) συνδεδεμένων μεταξύ των με οριζόντια στηρίγματα και τρύπα στο κέντρο των σταυρών ώστε να περνά μέσα από τις τρύπες λεπτή μεταλλική δοκός (σίδερο) ώστε να μπορεί να περιστρέφεται σαν τροχαλία και να τυλίγεται το σχοινί του λάκκου (πηγαδιού) που έχει συνδεδεμένο το κερτέλλι (σίκλα, κουβά) για να βγάζουμε νερό. Η μεταλλική δοκός στηρίζεται σε δύο πάλους (στύλους ξύλινους) που φυτεύονται εκ διαμέτρου αντίθετα δίπλα από το περιτοίχισμα του λάκκου.

Αλάς: Περτικοπάνι - πανί που χρησιμοποιούσαν οι κυνηγοί για παραπλάνηση των περδικιών, είδος μεγάλου κάκτου.

Αλιπερτά: Ευκαιρία, χρόνος.

Αλουσία: Το υγρό που προέρχεται από την ανάμειξη νερού με στάκτη και αφού η στάκτη κατακαθίσει στον πάτου του πετροχαρτζιού (πέτρινο βαρέλι) και το οποίο χρησιμοποιείτο για το πλύσιμο των ρούχων, ελλείψει άλλων δραστικών σκονών καθαρισμού και υγρών.

Αλουπποτζιήτης:(Αλουπός+κοίτη) Αγριόχορτο που όταν ξηραθούν οι ανθοί του γίνονται σαν βελόνες και έχουν την ιδιότητα να εισχωρούν {να τρυπώνουν σαν τον αλουπό μέσ' την τρύπα(κοίτη)}μέσα στα ρούχα προκαλώντας φαγούρα στο σώμα.

Αμάντα: Ησυχία, ανάπαυση

Αμπούστα: Μικρό στρογγυλό δοχείο με χειρολαβή στο στόμιο (ως διάμετρος 35-40 εκατοστά) και με περίπου το ίδιο ύψος που χρησιμοποιείτο στη μέτρηση του όγκου των σιτηρών. Επίσης αμπούστα ονομάζουμε και μικρά χάρτινα κιβώτια.

Ανάβρυση: Ενορία του Ριζοκαρπάσου.

Ανάγκη:Τουαλέτα, αποχωρητήριο.

Ανετζιήνημα: (Ανά+Κινώ) Προζύμι (το)- η ζύμη που φυλάγετο για να επέλθει η ζύμωση και χρησιμοποιείτο για μαγιά στο ζυμάρι ώστε να μεταδώσει τους μύκητες που χρειάζεται η ζύμη.

Αννοικτάρι:(Ανοίγω) Κλειδί.

Ανουψιός: Ανιψιός.

Αντάμα: Μαζί

Αντζειό: (Αγγείο) Δοχείο, σκεύος κουζίνας.

Αντζιελοσιάζω ή Αντελοσιάζω: (Άγγελος+{οσσιά}σκιά) Ξαφνιάζω με πολύ έντονο και απότομο τρόπο, κάνω τον άλλο να δει σκιές.

Αντιάτης: Ξύλο μήκους περίπου ενάμισι  με δύο μέτρα, με διχάλι στο μπροστινό μέρος και χρησιμοποιείτο για να σπρώχνουν τα ξύλα και τα κλαδιά μέσα στον φούρνο ή και να στηρίζουν τα κλαδιά των δένδρων που έγερνα προς τη γη.

Αντικούτζι: Πληρωμή με είδος, κυρίως με γεωργικά προϊόντα.

Αντρόσιιν: Πρόσκομμα, εμπόδιο.

Άξαμος:Στενή ξύλινη ή μεταλλική λάμα που χρησιμοποιείτο σαν μονάδα μέτρησης μήκους κυρίως (βλέπε πήχης)"Έπιασεν άξαμον για να μου φέρει παπούτσια από το Φελλάτζι"

Αξινάστραφα:Ανάποδα, αλλιώτικα από τη συνηθισμένη φορά των πραγμάτων. Αντίθετα από το φυσιολογικό.

Άξιππα:Απότομα.

Αορατιά: Δένδρο της οικογένειας των κυπαρισσοειδών.

Απόπατος: Αποχωρητήριο.

Αππιτούρι:  (πηδώ) Μικροοργανισμός (μικρό σκουλήκι) που αναπτύσσεται στα χαλούμια όταν αρχίσει η αποσύνθεσή τους . Όταν κάποιος είναι μικρόσωμος, γρήγορος και πετακτούλης τον ονομάζουμε έτσι.

Αππιώ: (πηδώ) Πετάγομαι από κάποιο ύψος, κάνω έρωτα.

Αραβαϊσιην: (τ.λ.) Φασαρία.

Αράκτι ή Αδράκτι: (Αδράττω, πιάνω , τυλίγω) Όργανο ύφανσης με το οποίο έφτιαχνα το μαλλί των προβάτων σε κλωστή.

Αρκόσιηλλα: (Άγρια+σκύλλα) Πλατύφυλλος βολβός του οποίου ο χυμός ερέθιζε το δέρμα. Όταν κάποιος ήθελε να φοβερίσει κάποιον ότι θα τον τιμωρήσει του έλεγε ότι θα τον τρίψει με αρκόσιηλλα. Το φυτό το συναντούσαμε κυρίως στις παράλιες περιοχές. Την ημέρα της πρωτοχρονιάς το χρησιμοποιούσαν για να κάνουν το "πόδι" ποδαρικό(το έριχναν στεκάμενοι στην πόρτα έξω μέσα στο σπίτι, έκαναν τον σταυρό τους και μετά έμπαινα μέσα με το δεξί πόδι) για το καλό του χρόνου. Έπρεπε όμως το φυτό να μην το "δει" η θάλασσα για να πιάσει το ποδαρικό. Δηλαδή από εκεί που ήταν βλαστημένο να μην φαινόταν η θάλασσα.

Αρκοτζιήναρα: Άγρια αγγινάρα.

Αρκώνω: Αγριεύω, θυμώνω.

 Άρπα: Απότομα

Αρτιρώ: (τ.λ. artirmak) Περισσεύω, Πλεονάζω.

Αρκεύκω: Αρχίζω.

Αρπάϊ: (Αρπάζω) Εργαλείο με το οποίο ανέσυραν από τους λάκκους τους κουβάδες που έπεφταν μέσα όταν κοβόταν το σχοινί.

Ασσιάϊν: (Οσσιά, σκιά) Πλατύγυρο, ψάθινο καπέλο.

Άστα: Κομμάτια ξύλου, συνήθως αορτιάς τα οποία τοποθετούσαν πάνω από τα βολίτζια για να κρατάνε το κοννόχωμα που τοποθετούσαν στις στέγες των σπιτιών.

Ατός: Αετός.

Ατσίππα: Λεπτό στρώμα φλούδας(γιαουρτιού, κρέμας κλπ) Μτφ ίχνος ντροπής.

Ατσίτζι: Τσιβίτζι, παρασιτικός οργανισμός (άκαρι) που τρέφεται με αίμα συνήθως των ζώων.

Ατσουπάς: Ο κοντογέμοστος , οδύσκαμπτος.

Αττός: Άνθος.

Αττίζω: Ανθίζω.

Αττυμούμαι: Ενθυμούμαι.

Ατύλικτρος: (Α+τυλίγω) ξύλινο εργαλείο ύφανσης που χρησιμοποιείτο για να τυλίγουν και να ξετυλίγουν τα νήματα. 

Αυλακοτήρες: Είδος αρότρου με το οποίο βγάζουν αυλάκια για φύτεμα.

Αυτοσιηνάρα: Άγριο πτηνό - Φραγκολίνα.

Αφενκιά: (τ.λ.) Αφεντιά (αφέντης).

Αφράντα: (Άχραντος) Πρόσφορο, ψωμί με τυπωμένες χριστιανικές παραστάσεις στο κέντρο του και χρησιμοποιείτο στα μνημόσυνα και στις παρακλήσεις.

Αχάσια (τα): Αμύγδαλα.

Αχρονίζω: (Αναγνωρίζω) Αναγνωρίζω κάποιον από την εμφάνισή του, καταλαβαίνω.

Β

Βάθκιος: Βάθος

Βαΐνα: Τριφερό κλαδί

Βακκιά: Η επαφή δύο ζώων για αναπαραγωγή ή άλλως βάτος ή βάτεμα.

Βάλλαχι: (τ.λ.) Είτε το θες (Βάλλαχι -Πίλλαχι = είτε το θες είτε όχι).

Βασιλέας: Όνομα παιδικού παιγνιδιού.

Βερκίν: Ξώβεργο.

Βρη: Φωνητική κλήση σε πρόσωπα θηλυκού γένους.

Βάρτουκας: Είδος - ποικιλία σύκου μεγάλου στο μέγεθος, πράσινου εξωτερικά, κόκκινου εσωτερικά και πολύ εύγευστου.

Βατεύκω: Κάνω έρωτα, γονιμοποιώ. Χρησιμοποιείται ως έκφραση για τα ζώα.

Βούϊν: Βόδι.

Βούκκα: (λατ. bucca) Παρειά, μάγουλο.

Βουκάνι: Ξυλινο γεωργικό εργαλείο μήκους 2 περίπου μέτρων και πλάτους 80 εκατοστά το οποίο έσερναν τα βόδια στα αλώνια με σκοπό να λιώσουν τα δεμάτια του σιταριού για να πάρουν το σιτάρι και το άχυρο.

Βουρκίν: Δερμάτινη τσάντα ώμου.

Βραϊκκιάζω: Αποκτώ σκληρή επιφάνεια (το ψωμί όταν μείνει εκτεθειμένο στον αέρα βραϊκκιάζει).

Βρουντέλλες: Το κυκλίδωμα - τοιχώματα της καρρέττας, άμαξας.

Βουττίν: (Βουτώ) Αυγά βραστά, λίγο πιο άψητα για να είναι μελάτα.

Βυζάτζιν: Μικρή στρογγυλεμένη πέτρα θάλασσας ή ποταμού, κροκάλα.

Γ

Γαΐζω: Βλέπω λίγο. Καταλαβαίνω λίγο με δυσκολία.

Γαλούνι: Περιοχή ΝΑ του Απ. Ανδρέα και δίπλα από την περιοχή Παχύαμμος.

Γαρβέλι: Κόσκινο με μεγάλες τρύπες (διαμ. 1εκ.).

Γεμενιά: Καινούργια παπούτσια.

Γεναιτζιήτης: Γυναικονήτης.

Γενούριν: Μικρή γενειάδα.

Γιαμμένος: Υγιής.

Γιανίσκω: Θεραπεύω - θεραπεύομαι.

Γείτος: Γείτονας.

Γερμανικό: Είδος παιδικού παιγνιδιού που παιζόταν με την μπάλα.

Γεροντάτζιη: Γέροντας λεπτός σε προχωρημένη (μεγάλη) ηλικία.

Γιαλλουρίζω: Κοιτάζω άγρια, αγριεύω.

Γιάλλουρος: Γαλανομάτης, βαθυγάλαζος γιαλός.

Γιανά - γιανά: Με το ζόρι.

Γιανίσκω: Αναρρώνω.

Γιάομα: Ανακάτωμα - κατεστραμμένο, αναστάτωμα, διαλυμένα.

Γιαράς: Πληγή, τραύμα.

Γιαρατίζω: Αξίζω κάτι, είμαι αρκετά ικανός.

Γιτκιά: Το κόψιμο του φθόνου.

Γλέω: Κόβω, μαζεύω, συλλέγω φύλλα καπνού, χαρούπια, ελιές, φρούτα - τρυγώ.

Γλέπω: Φυλάω, προσέχω

Γομάρι: Βάρος περίπου 70 - 80 οκάδες.

Γούρνα: Πέτρινη λεκάνη ου χρησιμοποιούσαν για πλύσιμο κυρίως ρούχων

Γούφα: Αργαλειός.

Γροτκιά: Γροθιά.

Γρόππος: Μεγάλο κομμάτι, άλλως γρόττος.

Γυαλί: Μικρός κόλπος παραλίας - θάλασσας. Περιοχή στα ΝΑ του Ριζοκαρπάσου μεταξύ των Χελωνών και των Γεναικόπετρων.

Γυαλίζω: Πνίγω. Ρίχνω στη θάλασσα, στο γιαλό. (Γυαλίστου = Πνίξου)

Δ

 

Δακκαματιά: Δαγκωματιά

Δαμαί: Εδώ.

Δάττε: Πιο πέρα, παρά πέρα.

Δειν: Το βλέμμα.

Δήννω: Δένω

Δικράνι: Αιχμηρό μεταλλικό εργαλείο σε σχήμα U το οποίο ήταν στερεωμένο πάνω σε κοντάρι 2.5 μέτρων περίπου. Το χρησιμοποιούσαν για φόρτωμα των δεματιών κυρίως.

Δίμματος: Αυτός που έχει διπλά μάτια, αυτός που βλέπει παρατηρεί πολύ, δεν του ξεφεύγει τίποτα.

Διπλαρίζω: Τρέχω γρήγορα, με διπλά βήματα. Η λέξη αυτή λεγόταν κυρίως για τα γαϊδούρια που έτρεχαν.

Δισάτσιη: Σάκος, σακούλα διπλή κατά το πλείστο, διπλή στο ύψος, χρησιμοποιείτο κατά την μεταφορά  ασιέρου (άχυρου). Επίσης ήταν δύο μισά σακιά που ήταν ενωμένα στην μια πλευρά του στομίου των και έμπαινε στη ράχη του αλόγου ή των γαϊδουριών για μεταφορά πραγμάτων. Μετέπειτα χρησιμοποιούντο και πιο μικρά πάνω στα ποδήλατα ή τις μοτόρες.

Δισιά: Το αυλάκι του περβολιού με λαχανικά.

Διχάλι: Διασταύρωση δρόμου ή κομμάτι ξύλο που έχει στη μια ουρά δύο μύτες σαν V.

Δράκα: Χούφτα.

Δρόπης: Είδος δηλητηριώδους φιδιού.

Δκιατρέχω: Διευκολύνω να κινηθεί, να τρέξει, ιδίως όταν έχει δυσκολία ή είναι μπλεγμένο. Πχ κλωστή ή σχοινί.

Δουλάππι: Εργαλείο με το οποίο μεταφερόταν η κλωστή πάνω σε μασούρια (μικρά κομμάτια λεπτού καλαμιού) ή κανιά (μεγάλα κομμάτια χοντρού καλαμιού).

Δρόππος: Μεγάλο κομμάτι.

Δύνουμαι: Δύναμαι, μπορώ, καταφέρνω.

Δώμα: Το πάνω επίπεδο της οροφής του σπιτιού, ταράτσα.

Ε

Είνταλως: Με ποιόν τρόπο.

Έμπα: Μπες. (Με το έμπα = Με το που μπήκε, στην αρχή).

Έμπαμα: Είσοδος.

Εμπασιαρτίζω:Δεν καταφέρνω.

Εν: Δεν.

Εν έχω: Δεν έχω.

Έννε: Δεν είναι.

Εν τρέχω: Δεν τρέχω.

Ενυμπαίνω:Δεν μπαίνω.

Ένυσκαμπάζω: Δεν καταλαβαίνω.

Εξηούμαι: Εξηγούμαι, συνεννοούμαι.

Ερκομός: Ερχομός.

Εσάβαρα: Γλίτωσα.

Έτσου: Έτσι.

Έττελω: Δεν θέλω.

Ζ

Ζανάς: Πριόνι, ζαγανάς.

Ζαττούμου: Μα πάντοτε.

Ζάφτιν: (τ.λ ζαφτιές) Καταβάλω, επιβάλλομαι.

Ζαώννω: Φεύγω από την ορθή πορεία, στρεβλώνω, στρίβω από την συμφωνία.

Ζεκσία: Πλαίσια συνήθως τετράγωνο με μεγάλα ξύλα στις άκρες που χρησίμευαν ως στήριγμα στο πίσω μέρος των τρακτέρ. Αύξανε την πρόχειρη μεταφορική ικανότητα των τρακτέρ.

Ζευκαλάτης:(ζεύγος + ελαύνω) Ζευγολάτης, αυτός που ακολουθεί ζεύγος ζώων που οργώνουν χωράφι, είδος μικρού πουλιού που πήρε το όνομα αυτό επειδή ακολουθεί τον ζευγολάτη όταν οργώνει τα χωράφια για να τρώει σκουλήκια που ξεθάβονται με το όργωμα.

Ζεύλα: Στρεβλή ζαβή. Ήταν δύο ξύλα σαν μοχλοί που συγκρατούσαν τον ζυγό στο λαιμό του ζώου. Μαζί με τον ζυγό γινόντουσαν κολάρο.

Ζέχνω: Ξεκινώ βάζω μπροστά την μηχανή, βάζω το ζυγό και το άλετρο στα βόδια. Ετοιμάζω τα βόδια και τα βάζω κάτω από τον ζυγό για να  τα βάλω να σύρουν την καρότσα κλπ. 

Ζιάζω: Ζυγίζω.

Ζίβανα: Τα υπολείμματα μετά την επεξεργασία των ελιών ή του σταφυλιού και την εξαγωγή του λαδιού ή του κρασιού αντίστοιχα.

Ζιμπίλι: Πλεχτό δοχείο μεταφοράς δημητριακών, σπόρων κατά την σπορά. Ήταν κατασκευασμένο από σκλονίτσια ή σπάγκο ή κάτι παρόμοιο. Είχε το σχήμα μεγάλης σακούλας κομμένης στη μέση και με δύο αυτιά - χερούλια - στο στόμιο για τη μεταφορά.

Ζιμπούνι: Κοντό ένδυμα, κάτι σαν γιλέκο.

Ζινίση: Σβέρκο.

Ζυάζω: Ζυγίζω.

Ζυός: Ζυγός.

Ζουλεύκω ή Αζουλεύκω: Ζηλεύω.

Ζουρτούι: Μικρό κουβαράκι.

Ζουρώνω: Λερώνω.

 

Η

 

Ηλιακός: Στεγασμένο μέρος της αυλής του σπιτιού που το πιάνει λίγο ο ήλιος.

Ήντα: Τί

 

Θ

Θερκό: Το μαύρο φίδι, ή θεριό

Θερτνάτζιν: Το εργαλείο με το οποίο ανακάτευαν το άχυρο, συνήθως ήταν ξύλινο σαν πιρούνι με 4-6 δόντια και λίγο πιο μακρύ από το συνηθισμένο φτυάρι (ανάλογο εργαλείο με το όνομα φτυάρι αλλά χωρίς δόντια), επίσης το πίσω μέρος της αλωνιστικής μηχανής.

θρουμπί: Θυμάρι.

Θυλάτζιν: Είναι το μέρος του βλαστού στο οποίο ωριμάζει ο σπόρος, θυλάτζιν  φασολιού, λουβιού κλπ δηλαδή το περίβλημα στο οποίο βρίσκονται οι σπόροι.

Κ

Κάβλος: Είναι το κεντρικό στέλεχος του κολοκασιού, το κομμάτι που είναι γύρω στα δέκα εκατοστά κοντά στον κυρίως βολβό (μάππο), μαγειρεύεται μαζί με το κυρίως μέρος.

Καγκάλλι: Χοντρή κλωστή  τυλιγμένη. Την χρησιμοποιούσαμε για να περνούμε τον καπνό και για να πετούμε το πετάσι (χαρταετό).

Καγιάζω: Διψώ πολύ, σκάζω από τη δίψα.

Καζάλια: Αποξηραμένα φύλλα.

Καϊλώ, καϊλίζω: Δέχομαι.

Καϊνατίζω: Ταλαιπωρώ, βασανίζω πολύ.

Καϊνέττι ή Καϊρέττι: Βιασύνη, κάνω γρήγορα.

Καΐσιι: Κακό, πρόβλημα, καημός.

Καίτης: Ο τράγος ο χρονιός, ο επιβήτορας των κατσικών.

Κακανάρεστος: Ιδιότροπος καμωματάρης, όλα του φταίνε, όλα του ξινίζουν, όλα γι' αυτόν είναι ελαττωματικά και οι άλλοι είναι υποδεέστεροι.

Καλαμότζιηχρος: Σιταροπούλλα.

Καλαφάτι: Εργαλείο από ξύλο σχήματος τετράγωνης ρακέτας και με το οποίο κτυπούσαν τα ρούχα οι οικοκυρές όταν όταν έπλεναν για να καθαρίσουν.

Καλαφατώ: Δέρνω, κτυπώ.

Καλαχουρκάζω ή Καλαθουρκάζω: μτφ (παίρνω το σχήμα του καλαθιού) Μαζεύομαι (είτε από λύπη, είτε από κούραση, είτε από ντροπή).

Καμπανελλίν: Μικρό κουδούνι.

Καντούνιν: (ιταλ. cantone) Γωνιά σπιτιού, στρίψιμο του δρόμου.

Κάουρας: Κάβουρας.

Καπαέττιν: Κακό, πρόβλημα, καημός καΐσιι.

Καρισιέυκουμαι: Ανακατώνομαι.

Καρκάρω ή καλάρω: Πείθω, καταφέρνω, ημερώνω.

Καρρέττα: (ιταλ. carretta) Ξύλινη άμαξα

Καρταμώνω: Ικανοποιούμαι, στήνομαι αφού τρώω κάτι μετά από ταλαιπωρία.

Καρτζίν: Απέναντι.

Καρτίζω: (Καρδιά-ίζω) Κουράζομαι πολύ και κτυπά η καρδιά μου δυνατά και πολύ γρήγορα.

Καρτάνα: Ανδρογυναίκα, γυναίκα άγρια, σέρτισσα.

Κασαπειόν: (Χασάπης-Κασάπης) Κρεοπωλείο.

Κατανζιά: Το είναι του ανθρώπου, τα πράγματα του, τα αναγκαία του για να ζήσει.

Καταπιννάς: Φάρυγγας.

Καταρισιεύκουμαι: Κατασπαταλούμαι.

Καταύτις: Επίτηδες.

Καταχνώνω: Κατακρίνω.

Κατεάζω: Κατεβάζω.

Κατεατός:  Είναι πολλά αυλάκια συνεχόμενα με δέντρα ή λαχανικά σε περιβόλι ενωμένα για πότισμα. Μτφ. Πολλά πράγματα, ή υποθέσεις μαζεμένες, πολύς φόρτος εργασίας.

Κατσούνι:  Ξύλινο εργαλείο σε σχήμα κεφαλαίου Γ που χρησίμευε για το ξεφούρνισμα των ψωμιών από το φούρνο.

Κατουρόκαυλο: Αγριάκανθον πιο μαλακό και πιο άσπρο από το καυλί που τρώγεται το εσωτερικό στέλεχος αφού καθαρισθεί από τα αγκάθια.

Κάττα: Γάτα.

Καύκα: Η ερωμένη.

Καυκαλατίζω: Καυγαδίζω, μαλώνω

Καυκαλιάζω: Αποκτώ, έχω ξηρή και σκληρή επιφάνεια

Καύκαλο: Εξωτερικό του ψωμιού

Καύκαρος: Λεπτό δοκάρι στου οποίου το πάνω μέρος τοποθετούνται ποκαλάμες ή σκλονίτζια δεμένα σφικτά περιμετρικά σαν δέσμη. Τοποθετούνται σ' αυτόν ακτινωτά τα βερκά για στεγνώσουν μετά το τύλιγμά τους με τη μύξα. Μτφ. Φαλακρός, κκέλης, τα βερκά που τοποθετούνται είναι όπως τις αραιωμένες όρθιες τρίχες και το πάνω μέρος του καύκαρου είναι όπως το κεφάλι χωρίς τρίχες.

Καυλί: Αγριάγκαθο που τρώγεται το εσωτερικό του στέλεχος αφού καθαρισθεί από τα αγκάθια και είναι πολύ εύγεστο (περίπου όπως την αγριαγκινάρα).

Καυλιντήρι: Ασταθής, αερισμένος, παιδάριο.

Κέρτα: Παράτα, σταμάτα να κάνεις αυτό που κάνεις (άφησε με ήσυχο).

Κερτώ: Σταματώ, αφήνω, κερδίζω.

Κερτέλλι: Κουβάς - Σίκλα

Κιαζί: Είναι το ξύλο που συγκρατούσε το πάνω μέρος των δύο απέναντι πλευρών της καρρέτας για να μην ανοίγει όταν πάρει βάρος.

Κιαλέω: Διαλέγω.

Κιανεύκουμαι: Κάνω περίπατο.

Κιάρω: Τολμώ.

Κιάκκης: Αυτός που τολμά.

Κιλίκκι: Κατάσταση.

Κκιάρι: Κέρδος ώφελος.

Κκιλιπίρι: Κελεπούρι, σε τιμήν ευκαιρίας.

Κόκκα: Εγκοπή, ελλειμματική ανωμαλία (π.χ. Όταν από την λάμα ενός μαχαιριού αφαιρεθεί μικρό κομμάτι).

Κοκκορίφι: Αρσενικό ερίφι, τράγος.

Κοκσιάζω: (Πιάνω με τα δύο χέρια μου την κόκσα – μέση μου) : Μτφ. Ξεκόβω, μένω πίσω από τους άλλους. (Πίσω κατά το περπάτημα, πίσω κατά την δουλειά)

Κολάϊ: Περιμάζεμα, διευθέτηση.

Κόλλια: Κόλλυβα.

Κομπώνω: Κοντοστέκομαι, περιμένω.

Κονιώ: Ακονίζω.

Κοπελλούρι: Μικρό αγόρι

Κοπελλούρα: Μικρό κορίτσι

Κοπσιάζω: (Κοπσιάς) Τυλίγω (Μωρό). Αφού τύλιγαν το μωρό στερέωναν το πανί με κοπσιά.

Κοπσιάς: Σκλίπς - σύνδεσμος αρσενικού-θηλυκού που χρησιμοποιείται ως κουμπί στα ρούχα.

Κοριζιάζω: Διψώ πολύ.

Κόρφος: Το στήθος, κόλπος.

Κορύπα: Στάμνα πήλινη με μεγάλο στόμα και ένα ή δύο αυτιά για μεταφορά και φύλαξη πόσιμου νερού συνήθως για οικιακούς σκοπούς.

Κορυποστάτης: Ξύλινο κατασκευή με υποδοχή ή υποδοχές ώστε να μπαίνει και να στηρίζεται η κορύπα. Είχε τέσσερα πόδια όπως ένα μικρό τραπέζι με τρύπα- τρύπες υποδοχές ώστε να κάθεται το κάτω μισό μέρος της.

Κοστερκάζω: Μένω, παραμένω.

Κοτζιάκαρη: (τ.λ. kocakari) Γριά.

Κουάρι: Σφαιρικό σχήμα (μαλλί-κλωστή τυλιγμένη σαν μπάλα).

Κουέλλα: Πρόβατο.

Κουζούλα ή Κουζούπα: Χοντρή ρίζα.

Κουκκουρί: Παξιμάδι - ποξαμάτι.

Κουκκουρκά: Θήκη βερκών-ξυλόβερκων. Κατασκευάζεται συνήθως από ξύλο και λεπτή λαμαρίνα ή από καλάμι πλεκτό σχήματος κούλουρου.

Κουλλουπώ: Ψιλοβρέχω. (Εν εκουλλούπισε = δεν έβρεξε καθόλου).

Κουμνάρι: Πήλινο δοχείο όπως την κούμνα (κορύπα) με δύο αυτιά και μεγάλο στόμα στο οποίο μεταφέρεται το γάλα ή τοποθετούνταν τα χαλούμια.

Κουνιί (το): Μικρή αξίνα.

Κούννα: Το ενδοκάρπιο, κομμάτι κρέας χωρίς κόκαλο.

Κουνουσιηστίζω: Αστεΐζομαι, συνομιλώ.

Κουντζίζω: Αγκομαχώ.

Κουντούρα: Αυτή που έχει κοντή ουρά.

Κουντώ: Σπρώχνω.

Κούππα: (λατ. cupa) Κούπα.

Κούρκουλας: Φάρυγγας.

Κουρούκλα: Μαύρο μαντήλι.

Κουρούπεττος: Ο παλιοαλήτης.

Κουρτέλλα: Κορδέλα.

Κουρτζούνι: Κατ' ευθείαν, ολόισια, με ταχύτητα μεγάλη.

Κουτουλλώ: Κτυπώ με το κεφάλι, κούτελλο.

Κουτρουμπελλώ: Κατρακυλώ.

Κουτσιουρίζω: Μασώ κάτι τραγανιστό, παξιμάδι.

Κουτσούλλα: Το στάχυ, το πάνω μέρος των σπαρτών. Μτφ. Κάτι που είναι κουτσουρεμένο κομμένο κάτι από το κεφάλι του, χείλη -κλπ.

Κουτόρεγγο: Κονσέρβα.

Κουτουλλώ: Προβάλλω, βάλω μπροστά το κεφάλι και κτυπώ. (με το κεφάλι).

Κουτρουμπρλλώ: Αναποδογυρίζω.

Κούττουκος : Κομμάτι ξύλο βαρετό, ακατέργαστο. Μτφ. κάποιος που είναι βαρετός και μη συνεννοήσιμος.

Κρολοούμαι: Κρυφακούω.

Κρόννοιχτος: Μισάνοιχτος.

Κρόννουμαι: Υπακούω.

Κρότζινο: Κίτρινο, κιτρινωπό.

Κρυανίσκω: Κρυώνω, παγώνω κάτι.

Κσιαρίζω:Σκαλίζω, ανακατώνω.

Κυάρω: Του δίνω κάτι, το έχω ανάγκη, έχω την διάθεση να δώσω. Κωττώ: Δίνω, βουλώνω, σπάζω παραμορφώνω, (έτσι μου κώτισσε = έτσι μου έκοψε το μυαλό – Κώττισα τη λαμαρίνα = βούλωσα - Κωττώ τον ψύλλο = σπάζω το ψύλλο, τον σκοτώνω) Λαγκά: Πλευρά του ανθρώπου - τα φτανά.

Λ

Λαγκοβέρνω: Είμαι πολύ κουρασμένος.

Λαγκόπιττα: Πίττα που ψήνεται στο σάτζιι (πέτρινο ή μεταλλικό). Όταν ψηθεί είναι όλο τρύπες όπως την κηρύθρα (πίττα του μελιού). Συνήθως γίνεται ως έθιμο στις 14 Σεπτεμβρίου, του Σταυρού και τρώγεται με μέλι.

Λακκώνω: Χαλαρώνω.

Λάκταρος: Μικροοργανισμός που δημιουργείται στα στάσιμα-λιμνάζοντα νερά.

Λάμνω: (ελαύνω) Πάω.

Λαμπρό: Φωτιά.

Λαόμουζη: Παρασκεύασμα από λάδι και μούντζα το οποίο χρησιμοποιούσαν για να "μπογιατίσουν", γυαλίσουν ξύλινα έπιπλα.

Λαπούτι: Ξύστρα πιο χοντρή από την σπάτουλα και ήταν προσαρμοσμένη σε ξύλο μακρύ και λεπτό σαν καλάμι για να ξύνουν τα νιά του αλέτρου όταν λάσπωναν. Συνήθως ήταν προσαρμοσμένα στην άλλη άκρη του φούτζιεντρου.

Λασμαρίν: Δενδρολίβανο.

Λατζιηνάρι: Νεαρό ζώο (αρσενικό) που αρχίζει να ερωτοτροπεί και να το δείχνει με τη συμπεριφορά του. Λέγεται και για νεαρά άτομα που έχουν έντονη δραστηριότητα στο κυνήγι των κοριτσιών.

Λαχτώ: Κινούμε σιγά σιγά.

Λαψοφωνιά: Αύρα ζεστή, μεγάλη φωτιά. Μτφ. Για τους ανθρώπους πυρετός (με έπιασε μια λαψοφωνιά).

Λεκό: Ενορία του Ριζοκαρπάσου

Λεντζέρετται: Ψάχνει κάτι αδιάφορα. Περιφέρεται.

Λεούτι: Θάμνος με άνθη άσπρα ή ροζ. Είναι χνουδωτός, δεν τρώγεται από τα ζώα, μοιάζει με χαμομηλιά.

Λέσιη (το): Λερωμένο. (Λέσιη φτώμα = πολύ λερωμένο).

Λογιάζω: Παρατηρώ, κοιτάζω μτφ. Μεσολαβώ-βοηθώ κάποιον να δεσμευθεί να δώσει λόγο αρραβώνα-γάμο.

Λογιάζομαι: Δίνω λόγο, δεσμεύομαι για γάμο.

Λόξα: Ιδιοτροπία.

Λούβερνας: Είδος μύγας που μπορεί να αφήσει τα αυγά της μέσα στο μάτι ή μύτη ζώου ή και ανθρώπου ακόμα με πολύ επώδυνα αποτελέσματα.

Λουβερνόχορτο: Είδος άγριου εντομοαπωθητικού χόρτου με ιδιάζουσα μυρωδιά το οποίο τοποθετούσαν κυρίως οι βοσκοί πάνω σα καπέλα τους για να απωθεί τον λούβερνα.

Λουκκώνω: (λούκκος=λάκκος) Βγάζω μικρό λάκκο, Βαθουλλεύω.

Λουΐ: Λουβί - μαυρομάτικο

Λουλλούκια: Το λεπτό μακαρόνι που μαγειρεύεται με τερατσόμελο. Κυρίως γίνεται ως έθιμο στις 14 Σεπ. του Σταυρού.

Λουλλουτίζει: (Το μάτι) παίζει νευρικά χωρίς την θέλησή μας.

Λούρα: Γραμμή.

Λουρκάζω: Τραβώ, περπατώ ολόισια.

Λουρικός: Πλεγμένο πέτσινο σχοινί με το οποίο δενόταν  ο ζυγός με το αλέτρι ή την καρρέτα.

Λουρκάρα: Αυτή που είναι με γραμμές.

Λούρουππας: Καπνοδόχος, φουγάρο. 

Λουτσιή (το): Μικρός λάκκος βάθους 3 εκατοστών περίπου. Είδος παιχνιδιού που παιζόταν με αμύγδαλα τα οποία πετούσαν στο λουτσιήν.

Λυτρατζιένη: Κουλλούρι από αλεύρι από κριθάρι, ήταν μαύρο όπως μαύρο ψωμί. Εγίνετο αφού ξηραίνετο και παξιμάδι.

Μ

Μάγκουμου: Έστω.

Μαγκώνω: Σταματώ παρά την θέλησή μου, είτε την σκεψη είτε μέλος του σώματος ή κάποιο μηχάνημα.

Μαϊτζέρνουμαι: Παραδέρνω- υποαπασχολούμαι βαριεστημένα

Μαϊττάππι: Κοροϊδία, περιπαίξιμο.

Μακούτζι: Εργαλείο ύφανσης.

Μαλάσσω: Εξετάζω με τα χέρια κάτι.

Μαντάλι: Ξύλινη "κλειδαριά" της πόρτας.

Μαντί: Σαλιγκάρι μικρό. Είναι ποικιλία που έχει τον τύπο του μεγάλου αλλά μικρό μέγεθος.

Μαντηλούρι: Μαντηλάκι.

Μάππος: Βολβός,(μπάλα) κολοκάσι.

Μακούτζι: Εργαλείο ύφανσης.

Μαουλούκα: Μαξιλάρι, προσκέφαλο.

Μαρουτζιούμαι: Αναμασώ την τροφή.

Μαρτέλλι: Σκαπτικό εργαλείο με το οποίο έκοβαν ή λάξευαν πέτρες.

Μασιαούτας: Ασκήσιμος, Προβληματικός, Ελλιπής.

Ματσιάζω: Αρπάζω κάτι και το κάνω άμορφη μάζα.

Μεϊτάνι: Φόρα (παίρνω φόρα, ορμώ) παίρνω μεϊτάνι.

Μεινίσκω: Μένω

Μερί: Μπούτι, κολομέρι, μηρός.

Μερμούτζιι: Μυρμήγκι.

Μεσοδότζιι: Ανεπαρκής η κατασκευή του ή η προσωπικότητά του είναι στο μισό του κανονικού, μισοτέλειωτο.

Μίρμηλλος: Ονομασία παιδικού παιγνιδιού.

Μισκής: Άχαρος, καταχάλης.

Μισμολοώ: Μυρίζομαι, ψάχνω για κάτι, ανιχνεύω.

Μόζουμαι: Βρίσκομαι στα τελευταία μου. Όταν κάνω κάτι το κάνω τόσο αργά σαν να είμαι στα τελευταία μου.

Μονόχτο: (Μονόχουφτο) Η παλάμη ανάποδα μισόκλειστη ως δοχείο για την μεταφορά ή την μέτρηση κάποιου υλικού.

Μούζη: Το μαύρο χρώμα και η σκόνη που βγαίνει κατά την φωτιά.

Μουκιάζω: Μουδιάζω.

Μουvούχαρος: Ο μεγάλος σαλίγκαρος με άσπρο κρέας.

Μούρτου: Λαλιά, ψίθυρος.

Μουσσιά: Μούχλα.

Μουσουτζιάρης: Αυτός που έχει ιδιαίτερη ευαισθησία στην όσφρηση. Αηδιάζει εύκολα, δεν του  αρέσουν εύκολα οτιδήποτε που για τους άλλους θεωρούνται δεδομένα. Η ιδιοτροπία εστιάζεται περισσότερο στο φαγητό.

Μουτζιουρούνης: Χαϊδευτικό επίθετο όπως, το μασκαρούϊ ή και φιλική βρισιά.

Μουττάρι: Υποκοριστικό της μύτης, της κορυφής πχ ενός λόφου.

Mπαλακιάζω: Ασχολούμαι.

Μπασιαρτίζω: Καταφέρνω.

Μπίω: Βάζω μέσα.

Μπέουρος: Ο καρπός του άγριου πεύκου.

Μποϊσμένη: Είναι με την περίοδο, έχει εμπόδια, έχει πρόβλημα.

Μυάλος: Μεγάλος.

Ν

Νεκατσιώ: Αηδιάζω.

Νεκουτρεύκω: Ανακατεύω ή σιεροκουταλλιάζω.

Νεμουττώ: ορμώ μέσα, αναποδογυρίζω ανακατώνω.

Νευκά: Η μεγάλη μεσαία δοκός που στήριζε τα βολίτζια που συγκρατούν τη στέγη.

Νεύκω: Κάμνω νόημα – σινιάλο.

Ντάσωρας: (αρχ. Εις στας ώρας) Την ίδια ώρα.

Ντζίζω: Αγγίζω, ακουμπώ

Νυκτογιούτης: Νυκτερίδα ή κάποιος που γυρίζει τη νύκτα.

Ξ

Ξαρκώ: Καθυστερώ.

Ξηκασσίζω: Κουνώ κάτι από τη θέση, το βγάζω από την θέση του με βίαιο τρόπο.

Ξηκατουρήθηκα:  Έχω την διάθεση να κατουρήσω.

Ξηκόβκω: Αποφεύγω, σταματώ να πηγαίνω κάπου που συνήθιζα

Ξηλοΐζομαι: Αιφνιδιάζομαι, ξαφνιάζομαι.

Ξημαρισμένο: Λερωμένο

Ξηνάστραφος:  Άπεκσιος, αχαΐρευτος, ανορθόδοξος.

Ξυνοστησμένος: Ιδιότροπος, φαντασμένος.

Ξησιέστηκα: Έχω την διάθεση, είμαι έτοιμος να χέσω.

Ξητάν: Ειδικά.

Ξηώ: Εξηγώ.

Ξιππάζω: Ξαφνιάζω, διώχνω.

Ξιουρίζω: Ξυρίζω, κοροϊδεύω.

Ξυ: Ξύδι.

Ξυμαρισμένος: Λερωμένος

Ξυνιάτος: Αγριόχορτο, λίγο ξινό με το οποίο παρασκευάζουμε πίττες ξυνιατόπιτες (όπως τις σπανακόπιτες).

Ο

Όβκος: Φύκια της θάλασσας .

Όλοπούρπουλος: Καταλερωμένος.

Ομπιάζω: Γεμάτος πύο.

Όμπιο: Πύο.

Ομπρός: Μπροστά.

Οφτό τnς τερατσιάς: Ψητό στο φούρνο από κρέας τρυφερού ριφιού το οποίο απλώνεται και σκεπάζεται σε τρυφερά κλαδιά με δροσερά φύλλα χαρουπιάς (τερατσιάς). Αυτό το ψητό (οψτό) είναι το πραγματικό κλέφτικο.

Π

Παμός ή νεπαμός: (παύω) παύση, ησυχία

Παμπούλα: Φουσκάλα, κύρτωμα.

Πασιαρτίζω: Κατορθώνω καταφέρνω να το κάμω .

Πάσιη: Ικανοποίηση, διάστημα, δόση (βκάλλω πάσιη = παίρνω ικανοποίηση) (έλα έναν πάσιη = έλα ένα διάστημα, μία δόση).

Πασπαρτού: Επικολλητική ταινία.

Πασπατούοης: Αδέξιος.

Πατατούκκα: Χονδρόν επανωφόρι.

Πατσαρίσια: Ανακατωμένα πράγματα.

Πατσιαούρι: Άχρηστο ρούχο-παλιόρουχο. Κακής ποιότητας ρούχο (Πατσιαούρα: κακής ποιότητας γυναίκα).

Παττακσιής: Αρνητικός, δύσκολος χαρακτήρας.

Παττάλης: Χαλασμένος, κακός άνθρωπος.

Πατταμένος: Βλαμμένος, κτυπημένος στο μυαλό.

Πεϊκλώνω: Βάζω πέϊκλο πέδικλον εμπόδιο μπλέξιμο. Για τα ζώα το δέσιμο στα πόδια για να μην μπορούν να απομακρύνονται γρήγορα.

Πελεπεττέ: Περισσά πράγματα συνήθως άχρηστα.

Πενιάζω: Συστήνω την προσοχή, δίνω οδηγίες.

Πεντίζω: Υπολογίζω, λαμβάνω υπ' όψιν, εκτιμώ.

Πέρκι μου: Εύχομαι, μακάρι.

Πετάσι: Χαρταετός.

Πιάϊ: ηγάδι) Ειδικός λάκκος λαξευμένος με τέτοιο τρόπο για να μπορούν να κατεβαίνουν μέσα τα ζώα και να πίνουν νερό. Τέτοια υπήρχαν στην περιοχή της Τρασιάς.

Πιθαύριο: Μεθαύριο.

Πινόλλι: Ο καρπός του ήμερου πεύκου.

Πιντώνω: Ενώνω, αυξάνω, προσθέτω.

Πιολί: Βιολί.

Πισιήες: Πίττες τηγανητές.

Πισκαλίζω: Χειροκροτώ.

Πισκιά: Το σχοινί που ήταν δεμένο στο πίσω μέρος του σαμαριού της μιας πλευράς και αφού περνούσε κάτω από την ουρά του ζώου επέστρεφε και δενόταν στην άλλη πλευρά.

Πιτταρίζω: Κτυπώ απαλά, χαϊδεύω.

Πιτινίστρα: Παιχνίδι που γινόταν την ημέρα του κατακλυσμού και αποτελείτο από ένα κομμάτι καλάμι με μία μικρή τρύπα στο εμπρός μέρος του κόμβου, ένα ξύλο για χειρολαβή με ρούχο μπροστά σαν έμβολο και με αυτό εκτόξευαν (επιτούσαν) νερό ο ένας στον άλλο. Ήταν όπως την μπόμπα (Τρόμπα) του ποδηλάτου.

Πιοτί: Ποτό.

Πιττακάρα: Σαλίγκαρος, καραόλος πλακωτός που συχνάζει κάτω από πέτρες.

Πιτταρόκολα: Κάθομαι κάτω με την λεκάνη - κατάχαμα.

Πλίκος: Φάκελος.

Πλουμιά: Στολίδια.

Ποβκάλω: Διαλύω κάτι συμπαγές σταθερό.

Πογκουρίζω: Κόβω μέχρι και το τελευταίο κομμάτι.

Πoζέxνω: Σταματώ αυτό που κάμνω είτε θεληματικά ή με ανωτέρα βία.

Ποϊνόραμμα: (πόϊ= πόδι + ράμμα) Ράμματα καμωμένα από τρίχες ουράς του αλόγου με τα οποία έδεναν τις τσαγκαροποΐνες.

Ποΐρι: Πάω από γύρω, υπολείμματα ποϊρίσματος.

Ποϊρίζω: Κοσκινίζω, πάω από γύρω.

Πoζέxνω: Σταματώ αυτό που κάμνω είτε θεληματικά ή με ανωτέρα βία.

Ποκαματίζω: Κουράζομαι πολύ (από πολύ κάματο-κούραση) από πολλή εργασία, αποκάμνω από ικανοποίηση.

Ποκαρτίζω: Παρακουράζομαι (καρτίζω), Ικανοποιούμαι, αρνούμαι.

Ποκιάζω: Ξαποσταίνω, στέκομαι στα πόδια μου (Να ποκιάσω = να βρω χρόνο).

Ποκιαλίζω: Ξεμπερδεύω, ξεκαθαρίζω.

Ποκλάουρο: Πεταμένο, άχρηστο-ασήμαντο κλαρί. Μτφ. Άχρηστος, τιποτένιος, ασήμαντος άνθρωπος.

Ποκλoνίζω: Τελείωσα ότι είχα να κάνω και τώρα είμαι αποκαμωμένος.

Ποκνιάζομαι: Πιέζω ή τεντώνω κάποιο ή κάποια μέρη του σώματός μου εάν είμαι πιασμένος ή βαριέμαι.

Πόλασελα: Παντού, διασκορπισμένα σ' όλους τους χώρους, υπάρχουν γύρω γύρω.

Πολαυρακώ: Βγάλω αύρα, βγάλω ακόμη φωτιά. Μτφ. είμαι κατακόκκινος έχω πυρετό.

Πoλoγιάζω: Αποπέμπω, διώχνω, αποχαιρετώ.

Πολοούμαι: Ανταποκρίνομαι.

Πόμουττα: (Από + Μύτη) Τα ακρινά (κυρίως φύλλα).

Πόπκιν: Το νερό που έμεινε μέσα στο ποτήρι που ήπια.

Ποσιονί: Κρύο, κρυάδα, ψύχρα.

Ποσπασιά: Τέλος. (Εν έσιει ποσπασιάν = Δεν έχει τέλος.

Ποσσιεπάω: (Από + Οσσιά = Σκιά) Παρατηρώ.

Πόστα πάεις: Πως πάς - πως είσαι.

Πόστα: Ταχυδρομείο.

Ποταβρίζουμαι: Απλώνω τα χέρια.

Ποστασιά: Κούραση

Ποτανίζω: Ξεχειλώνω.

Ποτζοιηλήτης: Σχοινί που δενόταν στη μέση της μιας πλευράς του σαμαριού και αφού περνούσε κάτω από την κοιλιά του ζώου δενόταν στην άλλη πλευρά.

 Πούνκα: Τσέπη.

Πουντζίν: Μικρή τσέπη.

Πόττε: Από πού.

Ποττέ: Ποτέ.

Πουαρκάζω: Ζαρώνω και μαυρίζω όταν εκτεθώ στις κακοτυχίες.

Πουμπουρκά: Βροντή.

Ππατακσιής: Δύσκολος χαρακτήρας μη συνεννοήσιμος.

Ππιντής: Τσιγκούνης.

Προλάτα: Το πρόβατο που ηγείται πάντα  του κοπαδιού.

Προβιάζω: Προβιβάζω, περνώ στο επόμενο στάδιο.

Προσαντήσιμα: Με ανταπόδοση. Πήγε και φύτευε καπνό προσαντήσιμα. Σημαίνει είχε τη υποχρέωση να ανταποδώσει την βοήθεια.

Προσηλλιάϊ: Λιακάδα, μπροστά στον ήλιο, σημείο που πιάνει ο ήλιος.

Πρόσφορο: Αφράντα, το ψωμί με χριστιανικές παραστάσεις τυπωμένες στο κέντρο της επιφάνειας του και χρησιμοποιείται στα μνημόσυνα και στις παρακλήσεις (Αφράντα).

Πρότσα: Πιρούνι

Ποταβρίζω: Απλώνω το χέρι ή κάτι άλλο για να το φτάσει κάποιος

Πουρκός: Βίδα ή το μέρος της λάμπας πετρελαίου που βιδώνει στο δοχείο πετρελαίου της, είχε το φυτίλι και δεχόταν το γυαλί

Πούζα: Κοίλη - τσάκρισμα και πιο συγκεκριμένα υδροκήλη.

Ππίσσης: Τσιγκούνης - Σπαγκοραμμένος

Προπάλλουκο: Ο συνδετικό μοχλός μεταξύ του άξονα της καρρότσας και του ζυγού. Μτφ. Κοντογέμοστος.

Πράτικα: (από το αγγλικό Practic το οποίο προήλθε από το ελληνικό πρακτική) Τρόπος

Πυρκάζω: Κάθομαι προσέχω και ζεσταίνω κάτι. Για τις όρνιθες και γενικά τα πουλερικά πουλιά όταν ζεσταίνουν τα αυγά τους για τα βγάλουν πουλιά.

Πωρνόν: Πρωί.

Ρ

Ρεσπιέρης: Ο καλλιεργητής επί πληρωμή.

Ρόκολος: Ρέει ο κόλος - μικρός άβγαλτος.

Ρούμπας: Κορμαλιάς, εύσωμος, δυνατός.

Σ

Σαβρέττα: Πετσέτα.

Σαϊτίζω: Υπολογίζω, λαμβάνω υπ' όψιν, εκτιμώ.

Σάμα: Σαμάρι

Σαμώνω: Τοποθετώ το σάμα, σαμάρι πάνω στο ζώο.

Σακόπιττες: Πίτες ψημένες στο σάτζιι.

Σαρτάρω: Πετάγομαι, πετάσσουμαι.

Σάτζιι: Μαγειρικό σκεύος, σάκι.

Σατσιί (το): Μεγάλη σακούλα, σακκί. Μτφ: Εκάμαμεν την σατσιήν, παραφάγαμε.

Σαφλουτζιάρης: Αυτός που βήχει συνέχεια και φτύνει, αλλιώς ο σάπιος.

Σαφτιερό: Κρέας χωρίς κόκκαλο.

Σαχλίκκι: Ακαταστασία.

Σγάφφω: Σκάβω.

Σιαβαράες: Κουβέντες του αέρα.

Σιελέντρα: Σαύρα.

Σιέρισον: Ακάμωτο, ανόργωτο.

Σιερόστρατα: Ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος. Πήρε αυτό το όνομα όταν πρωτοχρησιμοποιήθηκε η άσφαλτος στους δρόμους με την έννοια ότι δεν φθείρονται ποτέ.

Σιεττώ: Σουβλώ. Μτφ. Ενοχλώ.

Σιηνιάζω: Δένω πάνω στη σχοινιά, παλουκώνω το ζώο για βοσκή.

Σιηννίκκι: Μεγάλη ευδιαθεσία.

Σιηρρέττης: Αυτός που κρατεί κακία - πίκρα - πικρόχολος, εκδικητικός.

Σιησιηνίζω: Χλιμιντρίζω - γελώ όπως το ζώο.

Σιήσιι: Πολύ ωραίο.

Σιησιηνίζω: Χλιμιντρίζω - γελώ όπως το ζώο.

Σιήφκω: Σκύβω.

Σιουρκάζω: Σιγουριάζω, το κάνω σίγουρο, μένω ήσυχος.

Σιουρράς: Περιττός λόγος, χαριεντισμός.

Σιουρουπέττι: Λάσπη με χώμα και νερό μέσα στο οποίο εμπότιζαν τα φυτά του καπνού προτού τα φυτέψουν για να κρατούν υγρασία μέχρι να ριζώσουν.

Σκάλεφρος: Σίδερο πάχους όσο και ένα φυσιολογικό δάκτυλο 12 mm περίπου, 2-2,5 m μήκους προσαρμοσμένο σε ξύλο επεξεργασμένο ως χειρολαβή μήκους ενός μέτρου που χρησιμοποιείτο για τη συγκέντρωση των κάρβουνων κατά το πύρωμα του φούρνου.

Σκαμνί, σκαμνούρι: Μικρό κάθισμα, σκαμπό.

Σκαμπάζω: Ξέρω, καταλαβαίνω.

Σκαρουππίζω: Σκάβω με τα χέρια, ανακατώνω.

Σκαττοί: Ματόφρυδα.

Σκλερός: Σκληρός, ωρίμασε πολύ, είναι ακατάλληλος για επεξεργασία, μάσημα ή μαγείρεμα.

Σκουλουφρώ: Παρακινώ - σπρώχνω κάποιον με έντεχνοτρόπο να πράξει κάτι για το οποίο είναι αναποφάσιστος, έχει τις αμφιβολίες του κάτι που του είναι ανεπιθύμητο να κάνεις.

Σκλονίτζιι: Καλαμοειδές θάμνος των ποταμών. Παλιά τα χρησιμοποιούσαν σαν κλωστή για να περνούν πάνω το ψάρι ανά οκά πχ.

Σκνιφό: Αυτό που δεν είναι λείο, δεν έχει λεία επιφάνεια.

Σόζια: Οι τρεις κλωστές σε σχήμα πυραμίδας που είναι δεμένος ο χαρταετός - πετάσι.

Σουκός: Κομμάτι καλάμι κομμένο στη μία άκρη ώστε να παρουσιάζει δύο μύτες όπως είναι το διχάλι (U).

Σουκλί: Σουβλί, σούβλα.

Σουκλιά (η): Πόνος ο οποίος έρχεται και φεύγει. Τζιεγκιά.

Σoυξoυλώ: Όπως το σκουλουφρώ πλην όμως με πιο έντονο τρόπο.

Σoυρoυσούϊλα: Όλα, όλοι μηδενός εξαιρουμένου.

Σούρτος: Διάρροια.

Σουρτώ: Με κρατά η διάρροια.

Σπιλάζω: Συμπιέζω.

Σσάγκω: Σφάγκω.

Σσαλώ: Κλείνω.

Σσιεπαστή: Κολοκοτή.

Σσιηνί: Σχοινί.

Σσιηνιά: Θάμνος, ο σχοίνος.

Σταβάρι: Στίρηγμα, ιδιαίτερα με το αλέτρι ήταν το μέρος που στήριζε και συνέδεε δύο ινία μεταξύ τους σχήματος "Ζ" μεταλλικό ή ξύλινο ανάλογα.

Στρακόττο: Πολύ γεμάτο, πλήρες, μτφ μεθυσμένος.

Σσόντζιιν: Κοντάρι δύο περίπου μέτρων στην άκρη του οποίου έδενα οι οικοκυρές φύλλα αγκινάρας ή σχοινιάς για να καθαρίσουν τα κάρβουνα από το πάτωμα του φούρνου πριν φουρνίσουν τα ψωμιά.

Σσωμπάζω: Βάζω έσω, μέσα.

Σταγγώμα: Χάρτινο ντύμα τετραδίου, βιβλίου.

Σταγγώννω: Ντύνω με χαρτί. Εστάγκωσα το τετράδιο μου = Έντυσα το τετράδιό μου.

Σταλώννω: Εμποδίζω-κλείνω, φράσσω.

Στουππώνω: Κλείνω (ριζ. με στουπί)

Στρέβλα: Μεταλλικό παλούκι για το σσιήνιασμα των ζώων. Χρησιμοποιείτο επίσης ως πύρος συγκράτησης ένωσης των κάβων του αλακατιού. Ελέγετο και το τοξοϊδές σχήμα ξύλου χρησιμοποιούταν για το στερέωμα του ζυγού πάνω στα ζώα.

Στρίγγα: Πολύ γεμάτο, πλήρες

Στρινιάζω: Έχω ορμές για συνουσία.

Στροφκιό: Το σταύρωμα των άκρων του χωραφιού κατά το όργωμα.

Στρωμάτσι: Πρόχειρο στρώμα.

Στυλλί: Μπαστούνι με πάνω μέρος όπως το "V".

Συκάλλι: Συκιά.

Συκαμιά: Μουριά.

Συλλούρι: Κομμάτι παλιόρουχο, για σκούπισμα μετά από πρόχειρο πλύσιμο.

Συλλώ: Λυώνω.

Συμπάλλω: (Συμβάλλω) Τροφοδοτώ την φωτιά ή το φούρνο-βάζω ξύλα ή κλαδιά μέσα για να δυναμώσει η φωτιά.

Συνομπλάστηκα: (συν + πλάστηκα) Συναντήθηκα.

Συντρολοώ: Διώχνω με βία, πετώ με βίαιο τρόπο, εκδιώχνω.

Τ

Ταλάρι: Μικρό πλεχτό δοχείο από σκληνίτζια το οποίο χρησιμοποιούσαν για το τυρόπιασμα.

Ταμπουτσιά: Κόσκινο χωρίς τρύπες.

Ταμπούτσιο: Παραγεμισμένο σακί ή δοχείο. Παραγεμισμένο στομάχι, είδος κόσκινου.

Ταντζιά: Η άσχημη μυρωδιά που αποκτά το λάδι ή το λίπος ή τα τρόφιμα που έχουν προσμίξεις από λάδι ή από λίπος.

Ταντώ: Αντέχω.

Τανώ: Βοηθώ.

Ταούλλι: Σπάσμα, τυμπανισμός - πρήξιμο.

Ταπάνι: Δόση ξύλου, ξυλοφόρτωμα

Ταπαέττι ή καπαέττι: Κακό ναΐπι, ρεζιλίκι.

Ταράσσω: (αρχ. ταράττω) Ανακατεύω, μετακινώ.

Ταύλα: (Table) Ξύλινο κρεβάτι.

Ταυλαρκά: (Table) Το κρεβάτι, το πάτωμα της καρρότσας - καρρέττας.

Ταυλί: (Table) Τραπεζάκι.

Τεϊνετίζω: Υπολογίζω, λαμβάνω υπ' όψιν.

Τενιός: Πέτρα καθαρή, επίπεδη σαν μάρμαρο.

Τζηνκινέλλα: Ακανόνιστος χώρος.

Τζιεύκω: Κάνω οικονομία.

Τζιηρτάρι: Κριθάρι.

Τζιητάζω: Αποσύρομαι κυρίως για τις κότες. Ετζιήτασαν δηλαδή εμπήκαν στην τζιήτη τους.

Τζιηλιντρίν: Είδος παιχνιδιού. Αφού γινόταν μια εγκάρσια σχισμή πάνω σε ένα καλάμι, έμπαινε ένας άξωνας στην άκρια πάνω στον οποίον τοποθετούσαν για τροχό πχ. κιτρόμηλο.

Τζιηλόνι: Ο μεγάλος τράουλος, ο επιβήτορας των κατσίκων που είναι πέραν του ενός έτους.

Τζιnνιάφωση: Γρίππη, γεμισμένη η μύτη και τα ιγμόρια με πόνους στα αυτιά.

Τζιnνώ: Ξεκινώ.

Τζιήττε: Πιο πέρα.

Τζιοιλιοπωνώ: (Κοιλιά + πονώ) Είμαι έτοιμη να γεννήσω.

Τζιούρτου: Μιλιά - ομιλία (Τσιούρτου Μούρτου).

Τζυινί: Κυνήγι.

Τιανίζω:. Τιγανίζω.

Τιτσί: Κομμάτι κρέας, μεζές.

Τίτσιρος: Γυμνός.

Τοιχάρι: Χαμηλός τοίχος περίφραξης.

Τοπώνω: Εντοπίζω, σημαδεύω.

Τουμπώνω: Σκύβω εμπρός από την μέση και κάτω με την λεκάνη όρθια και εκθέτω τα πισινά μου προς τα πίσω.

Τρασιώτnc: Ο άνεμος που φυσά από την τρασιά, ο ανατολικός άνεμος-ή ο καταγόμενος από την Τρασιά.

Τράττο: Μεγάλο κομμάτι.

Τρέσο: Κομμάτι ξύλο, δοκάρι.

Τριάππικια: Το αγώνισμα τριπλούν, τρία βήματα.

Τριατζιήζουμαι: Κάθομαι πάνω στα αγκάθια (τρισατσίες), ανυπομονώ. Είμαι ανήσυχος, έχω έγνοια.

Τριζέρι: Το στομάχι του πτηνού-κοτόπουλου.

Τρικό: πουλόβερ.

Τρικούτσιι: Μετράς σπόρους, τρία κουκιά μαζί. Μτφ. επιτυχημένο

Τρίολο: Χωράφι οργωμένο για τρίτη φορά, (τριολίζω) μτψ. έχει τριόλους έχει τριόλια αγκάθια.

Τριολίζομαι: Εκνευρίζομαι, με πιάνουν ανησυχίες.

Τριολίζω: Οργώνω τρίτη φορά

Τριφουσκάλλι: Σύστημα τροχών στο πίσω μέρος της ταυλαρκάς της καρρέττας όπου εφαρμόζοντο οι ζεύλες γα να σφίγγουν τα δεμάτια ή τα κλαδιά ή ξύλα που φορτώνονται.

Τρουσιά: Βουνάρι από πράγματα, υλικά, μαζεμένα σαν βουναλάκι, πολύ δουλειά μαζεμένη.

Τσαγκαροποΐνες: Ανδρικές χειροποίητες μπότες

Τσαέρα: Καρέκλα.

Τσαερί: Σκαμνί.

Τσα(ς): Μιά στιγμή, για λίγο.

Τσακκίζω: Σπάζω.

Τσιακκούρι-τσιάκκα: Μαχαίρι μικρό.

Τσιαππούτι: Μαραμένος.

Τσιή: Είδος παιδικού παιγνιδιού που παιζόταν με ξυλινα ομοιώματα όπλων ή ξύλα. Ήταν η κραυγή που φώναζε όποιος πυροβολούσε τον άλλο.

Τσιλλάρα: Τα κόπρανα των πτηνών.

Τσιλλώ: Κτυπώ πατώ με το όχημά μου ή το πόδι ή το σώμα μου ή Μτφ. βάζω κάτι από πάνω όπως λέμε "Τσιλώ την πινιά μoυ - Τρώω μεζέ μετά από κάθε πόση από το οινοπνευματώδες ποτό μου.

Τσιόκκοι: Οι καρποί του κυπαρισιού. Είδος παιχνιδιού που παιζόταν με πέντε τέτοιους καρπούς.

Τσιουλί: Δύο έννοιες. α) κουρέλι (κουρέλια που τοποθετούσαν πάνω στο σώμα του γαϊδάρου και για να προστατεύεται από το σαμάρι), β) Η δεύτερη έννοια πηγάζει από την πρώτη ως εξής: Όταν κάποιος κερδίσει κάποιον άλλο σε ένα παιχνίδι τότε του λέει ετσιούλιασά σε. Δηλαδή σε έκανα σαν το σαμαρωμένο γάιδαρο.

Τσιάκκα: Μαχαίρι επιτραπέζιο.

Τσιακκούρι ή τσιακκί: Μαχαίρι μικρό.

Τσιαππούτι: Μαραμένος.

Τσιή: Είδος παιδικού παιγνιδιού που παιζόταν με ξυλινα ομοιώματα όπλων ή ξύλα. Ήταν η κραυγή που φώναζε όποιος πυροβολούσε τον άλλο.

Τσιόκκοι: Οι καρποί του κυπαρισιού. Είδος παιχνιδιού που παιζόταν με πέντε τέτοιους καρπούς.

Τσιλλάρα: Το κόπρανο των πτηνών.

Τσιλλώ: Κτυπώ πατώ με το όχημά μου ή το πόδι ή το σώμα μου ή Μτφ. βάζω κάτι από πάνω όπως λέμε "Τσιλώ την πινιά μoυ - Τρώω μεζέ μετά από κάθε πόση από το οινοπνευματώδες ποτό μου.

Τσιφούτης: Αδύνατος, ταλαίπωρος, άχαρος.

Τσιούκκα-τσιουκκί: Πήλινο δοχείο μαγειρέματος-Πήλινη κατσαρόλα.

Τσιππώνω: Ορμώ κάπου, σε κάποιον, μαζεύονται όλοι γύρω από κάποιον.

Τταΐνι: Μέτρο μέτρο

Ττακκουρώ- Ττακουρημένος: Κτυπώ - Κτυπημένος στο μυαλό.

Τταλούμι: Κόλπο, πονηριά.

Ττεμπισιάζω: Συστήνω την προσοχή συμβουλεύω.

Ττενεκούρι: Άδειο δοχείο κονσέρβας..

Τταΐνι: Δόση, λίγο – λίγο.

Ττοπελέρος: Ποτέ πια, φτάνει πια, μπούχτισα.

Τυπάρι: Το όργανο που τύπωναν τα ψωμιά (τις αφράντες) που προορίζονται για μνημόσυνο ή γιορτές είχαν σταυρό και χριστιανικές παραστάσεις και σύμβολα. Μτφ, Πυκνά πολύ σε σχέση με το χώρο. π.χ. γράμματα πολύ πυκνά.

Τυρόγαλος: Νορρρός, το υγρό μέσα στο οποίο διατηρούνται τα χαλλούμια.

Τυροπιάζω: (τυρί και ποιώ) Φτιάχνω τυρί ή χαλούμι με γάλα.

Φ

Φακκώ: Κτυπώ

Φαουσιάζω: Τρώγω πάρα πολύ.

Φαούτιν: Ξύλινο εργαλείο σε σχήμα ρακέτας το οποίο χρησιμοποιούσαν οι οικοκυρές για να κτυπούν τα ρούχα στο πλύσιμο για να καθαρίσουν.

Φκιάρι: Φτυάρι

Φοραθώ: Υποψιαστώ, Φανταστώ.

Φουτζιέντρι - Βουτζιέντρι: Το ξύλο, λεπτό και μακρύ σαν καλάμι που έχει μύτη από σπόντα για να τσιμπούν τα βόδια και να τα παρακινούν να προχωρούν πιο γρήγορα ή να περπατούν όταν σταματούν.

Φουτούλλης: Ορμητικός, ενθουσιώδης.

Φουτουνιάζω: Εκνευρίζω πολύ. Τον πυροδοτώ να εκραγεί από θυμό.

Φτώμα: Πτώμα.

Χ

Χαλοσπικιά: Σπίτι παλιό με στύλους ή μεσοχαλασμένο.

Χαλούππου: Πονηρά, σιγά προσεκτικά.

Χαμνώ: (αχαμνό) Αφήνω.

Χαπάρι: Χαμπάρι, μήνυμα.

Χαρτζιί: Μεγάλο μέγεθος μαγείρισσας που χρησιμοποιείται είτε για (να τυροπιάζουν) να βράζουν το γάλα, ή για τραχανά ή και για μπάνιο.

Χάσκω: Κοιτάζω, βλέπω.

Χαχομηλιά: Χαμομηλιά, Θάμνος μυρωδάτος αρωματικός με θεραπευτικές ιδιότητες (ως βότανο) χρησιμοποιείτο για την κατασκευή τσαγιού είτε χλωρό είτε ξερό. Ήταν το τοπικό τσάι των Ριζοκαρπασιτών. Τα φρούτα του θάμνου ήταν πολύ εύγευστα.

Χιντιεμένι: (ξ.λ.) Πολύ μακριά.

Χούσια: Ορμητική απότομη και άγρια. Ακατάστατη.

Χρίβκω: Κόβω κομμάτια και ψωμί και τα ρίχνω στη σούπα- τσάι-γάλα ή σε λαδερό φαγητό για να φάω.

Χροικώ: Ακούω

Χρονίζω: Αναγνωρίζω, καταλαβαίνω.

Χωστί (το): Παιδικό παιγνίδι, το χωστό.

Ψ

Ψανίζουμαι: Σιχαίνομαι.

Ψανισκιάρης: Αυτός που σιχαίνεται.

Ψατζιή: Δηλητήριο

Ψαχαρκά: Χώρος αποθήκευσης δημητριακών κατασκευασμένος συνήθως από καλάμια μπλεγμένα ή σανίδια. Με καλάμια ήταν στρογγυλή με σανίδια τετράγωνη.

Ψόφκιο: Ψοφίμι.

 

Ω

Ωσπολλάτε: Ευχαριστώ για τη βοήθειά σου.

 

Συντομογραφίες:

τλ: τούρκικη λέξη

λατ: λατινική λέξη

ξλ: ξένη λέξη

μτφ: μεταφορικά

(οι σε παρένθεση λέξεις): Συνώνυμες