Αξιούμε!!!

Κάνε δική σου τη σελίδα μας.

Κύρια Σελίδα.

Εμείς...
Χάρτης
Ομιλίες
Έγραψαν...

Τα Σχολεία μας

Εκπαίδευση
Ενημέρωση
Δημοτικό & Νηπιαγωγείο
Γυμνάσιο
Τα παιδιά μας γράφουν

Δημογραφικά Στοιχεία
Κάτοικοι, Κοινοτικό Συμβούλιο, Σχολική Εφορεία

Μαθητές
Ιστορία
Ασχολίες Κατοίκων

Καταστροφή Πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Οι "Δικοί" μας Άγιοι
Χερσόνησος Αγίων

Απόστολος Ανδρέας (1)
Απόστολος Ανδρέας (2)

Άγιος Φίλωνας (1)
Άγιος Φίλων (2)
Άγιος Συνέσιος (1)
Αγ. Συνέσιος (2)
Αγία Φωτεινή
Μονή και Θαύματα του Απ. Ανδρέα
H Eπισκοπή Καρπασίας

Εγκλωβισμένοι
Το δράμα των εγκλωβισμένων
Οι εγκλωβισμένοι μας
Δολοφονίες, Ξυλοδαρμοί, Κλοπές
ΚΑΡΠΑΣΙΑ: Οι τελευταίοι των Ευρωπαίων εγκλωβισμένων
Μηνύματα Εγκλωβισμένων
Στο ευρωπαϊκό δικαστήριο οδήγησαν οι Ριζοκαρπασίτες τους Τούρκους

Τα δικά μας
Ριζοκαρπασίτικες Συνταγές
Συντυχάννετε (ομιλείτε) ριζοκαρπασίτικα;
Το χωρκόν μου
Ο καιρός στο Ριζοκάρπασον

Το Ριζοκάρπασον στη μνήμη μας
Σωματεία

Ιστορία
Γεωγραφία
Τοπωνυμία
Παραλίες
Μνήμες

Πρόσωπα
Οι Ριζοκαρπασίτες γράφουν
Χερσόνησος Ηρώων
Αγνοούμενοι
Γιάννης Μανιταράς

Το Μαρίν
Νάσα Παταπίου
Πάρις Αθανασιάδης
Γιάννης/Μαρία


Φωτογραφίες
Φωτογραφίες του χθες  (1)
Νέες ανέκδοτες μαθητικές φωτογραφίες  (2)
Νέες Ανέκδοτες φωτογραφίες  (3)
Ανέκδοτες φωτογραφίες  (4)
Νέες Φωτογραφίες  (5)
Νέες μαθητικές φωτογραφίες  (6)
Φωτογραφίες σήμερα (7)
Φωτογραφίες σήμερα (8)

Μαθητικές (9)

Εφημερίδα Ριζοκαρπάσου
Τεύχος 1
Τεύχος 2
Τεύχος 3

Τεύχος 4
Τεύχος 5

Τεύχος 6
Τεύχος 7
Τεύχος 8

Τεύχος 9


Άλλες ενδιαφέρουσες σελίδες
Τα κατεχόμενα μνημεία μας

Υπουργείο Παιδείας
Κώμα Γιαλού
Νέτα
Επισκοπή Καρπασίας
Lobby for Cyprus
Cypriot Federation

Nepomak
Rizokarpasso fc
Κατωκοπιά



Τηλεφωνικοί κατάλογοι:

ΑΤΗΚ (Κύπρου)

Ο.Τ.Ε (Ελλάδας)

Αρχείο

Οδοιπορώντας (3)

Εκκλησίες, ξωκλήσια, απλωτές, ξινιάτοι και τζιηνάρες του Μακρού.

Αντί οδοιπορικό θα το ονόμαζα βουνο-πορικό. Βουνο-πορικό γιατί είναι στα βουνά που πορευόμασταν τις περισσότερες ώρες της επίσκεψής μας στο Ριζοκάρπασον. Σχεδόν εκβιαστικά βρήκα συνοδό. Μόνος μου να πω την αλήθεια ψιλοφοβόμουνα να κάνω αυτή την εξόρμηση. Προσκάλεσα τους δύο μου γιούς να με συνοδέψουν. Ο ένας κοίταζε τον άλλο. Όχι διότι δεν ήθελαν να πάνε στο χωριό τους, αλλά διότι τους χάλασα τα προγράμματά τους. Για να το πετύχω επιστράτευσα το συναίσθημα. Υποδύθηκα τον ρόλο του αποφασισμένου να πάει έστω και μόνος. Η αγάπη τους, προς τον πατέρα τους, τους έκανε να αλλάξουν τα πλάνα τους. Τελικά τους είπα ότι η συντροφιά του ενός είναι αρκετή.

Εγερτήριο έξι η ώρα το πρωί του Σαββάτου. Φαρμακείο, φωτογραφικές, μαγνητόφωνο, χάρτες δορυφορικοί με τους “στόχους”, ταυτότητες, άδεια οδηγού, κολατσιό  και νερό. Γέμισμα με πετρέλαιο το διπλοκάμπινο και εφτά παρά δέκα μηδενίσαμε το μιλίμετρό μας.  Σε είκοσι λεπτά βρεθήκαμε στο Πέργαμο. Περάσαμε από την πιο ψυχικά επώδυνη διαδικασία και κατευθείαν στον πρώτο στόχο.

Έγκωμη, Απόστολος Βαρνάβας, Σαλαμίνα, δρόμος Αμμοχώστου - Ριζοκαρπάσου, Μπογάζι, Πατρίκι, Άγιος Θεόδωρος, Ταύρου, Κώμα του Γιαλού Λεονάρισσο. Από τον παρακαμπτήριο δρόμο, που έκαναν οι Τούρκοι, νοτιοανατολικά του Λεοναρίσσου στρίψαμε δεξιά. Ο δρόμος προς το Ριζοκάρπασον μέσω της  Γιαλούσας είναι κλειστός, μας ειδοποιούσαν οι ταμπέλες στο δρόμο. Στροφή δεξιά λοιπόν και διασχίζουμε το πρώτο από τα τρία χωριά των “Ηνωμένων Πολιτειών της Καρπασίας”, το Βασίλι. Ακολουθεί η Λυθράγκωμη και μετά ο Βαθύλακας, το ωραιότερο. Βρίσκεται ακριβώς στους πρόποδες του δάσους της Καβάλας.  Και τα τρία αυτά χωριά, κατοικούνται σήμερα μόνο από εποίκους. Ξεχωρίζουν και από το απόλυτο ανατολίτικο ντύσιμό τους. Βράκες, άνδρες και γυναίκες και παρδαλά χρώματα. Αμέσως μετά, στον ίδιο ευθύ δρόμο που βρίσκονται τα τρία χωρία, συναντούμε τον Άγιο Συμεών. Αμιγές τουρκοκυπριακό χωριό από της ιδρύσεως τη Κυπριακής Δημοκρατίας, που όμως από το 1963 και μετά ήταν άβατο για τους ελληνοκυπρίους. Η διαφορά στο ντύσιμο, στα σπίτια και γενικά στην όψη του χωριού διαφορετική. Ίδια περίπου με τη δική μας. Διασχίζουμε τον Άγιο Συμεών και ακολουθούν μερικά χιλιόμετρα δρόμου όλο ανηφοριές κατηφοριές και με πολλές απότομες στροφές, σαν φίδι. Συναντούμε πάλι, άλλο ένα αμιγές μικρό τουρκοκυπριακό χωριό τη Κορόβια. Μια εικόνα που μου έμεινε στο μυαλό μέσα στο μικρό αυτό χωριό, ήταν ένα τρακτέρ με τους επιβάτες του. Οδηγός ένας ηλικιωμένος και συνοδηγός η επίσης ηλικιωμένη, μάλλον σύζυγός του. Όδευαν για τις δουλειές τους. Ήλθε αμέσως στο μυαλό μια παρόμοια εικόνα. Ήταν εικόνα του πατέρα μου και της μητέρας μου πάνω στο δικό μας τρακτέρ, όταν ξεκινούσαν για τις δουλειές τους. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό που με εντυπωσίασε τόσο και με ξάφνιασε. Ήταν η όψη αυτών των ανθρώπων, αλλά και κυρίως η θέρμη με την οποία μας χαιρέτισαν και οι δύο την ώρα που τους προσπερνούσαμε. Σαν να μας ήξεραν χρόνια. Συνεχίσαμε το δρόμο μας. Περάσαμε έξω, τούτη τη φορά, από το τρίτο τουρκοκυπριακό χωριό, τη Γαληνόπωρνη, το πιο κοντινό στο Ριζοκάρπασον χωριό. Η παράδοση θέλει να πήρε το όνομά της από την σύνθεση δύο λέξεων (γαλήνιο πωρνό, πρωινό δηλαδή). Άβατο και αυτό όπως και η Κορόβια από την ανταρσία του 63’. Είναι στο χωριό αυτό, που πριν την εισβολή οι κάτοικοί του μιλούσαν μόνο ελληνικά. Είναι ένα από τα κοντινά με το Ριζοκάρπασον χωριά, που έστελλε μαθητές στο Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου.

Τρία τουρκοκυπριακά χωριά με ελληνικότατα ονόματα, με πρόσωπα που δεν θυμίζουν καθόλου τους Τούρκους της Ανατολίας, τρία χωριά που μιλούσαν όλοι ελληνικά μέχρι τουλάχιστον στα τέλη της δεκαετίας του 50’. Και στα τρία αυτά χωριά, εκτός από τα ελληνικά τους ονόματα, υπάρχουν και ερείπια ορθόδοξων εκκλησιών. Στον Άγιο Συμεών υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Συμεών του Στυλίτη, στα ερείπια του οποίου οικοδομήθηκε τζαμί, στην Κορόβια υπάρχουν τα ερείπια εκκλησίας αφιερωμένης στην Αγία Βαρβάρα και στη Γαληνόπωρνη, βυζαντινή εκκλησία αφιερωμένη στη μητέρα της Παναγίας την Αγία Άννα. Στο μυαλό μου ήλθε ένα βιβλίο που έγραψε ένας γνωστός μου. Δεν θυμάμαι ακριβώς τον τίτλο του, αλλά πραγματευόταν αυτό που συζήτησα με το γιό μου στη συνέχεια. Ήταν η ιστορία τους “λινοπάμπακους”, τους κρυπτοχριστιανούς δηλαδή. Τους χριστιανούς που φανερά ασπάστηκαν τον μουσουλμανισμό προκειμένου να σώσουν τις περιουσίες αλλά και τις ζωές τους, αλλά κρυφά συνέχιζαν να είναι χριστιανοί.

Δύο χιλιόμετρα μετά και αφήνουμε πίσω μας τον Τράχωνα τους Τούρκους για να φανεί ο δικός μας Τράχωνας. Δύο μικρά οροπέδια δηλαδή, το ένα απέναντι από το άλλο, που σηματοδοτούσαν και τα  σύνορα διοικητικών ορίων των δύο κοινοτήτων, Γαληνόπωρνης και Ριζοκαρπάσου. Αμέσως μετά, εμφανίζεται ο απέραντος ευφορότατος κάμπος της Συκάδας. Συκά, την αποκαλούσαν οι γονιοί μας. Είναι ο μεγαλύτερος μονοκόμματος κάμπος του Ριζοκαρπάσου, της κωμόπολης του Ριζοκαρπάσου. Της κοινότητας  που έχει την μεγαλύτερη έκταση γης  και θάλασσας, 76 χιλιόμετρα, στα διοικητικά της όρια, απ’ όλες τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου. Πλησιάζουμε στον πρώτο “στόχο”. Εκκλησίες και ξωκλήσια είπαμε είναι οι στόχοι μας, τα άλλα, απλωτές, τζιηνάρες και ξινιάτοι είναι η “γλάστρα που πίνει νερό χατίρι της βασιλιτζιάς”. Η πρώτη εκκλησία που θα συναντούσαμε κανονικά έπρεπε να ήταν η Παναγία της Αφέντρικας. Δεν θα την επισκεφθούμε γιατί την επισκεφθήκαμε πέρυσι τέτοια εποχή. Η εκκλησία αυτή βρίσκεται περίπου 1140 μέτρα σε ευθεία, βόρεια του δρόμου Γαληνόπωρνης - Ριζοκαρπάσου και 70 μέτρα από τους πρόποδες του βουνού. Ένα σημάδι εύκολο που βοηθά στον εντοπισμό της, είναι το πρώτο αγροτόσπιτο που θα συναντήσεις στη δεξιά πλευρά του δρόμου, όπου απέναντί του υπάρχει ένας χωμάτινος  δρόμος. Ακολουθούμε το δρόμο αυτό για 800 μέτρα ευθεία, οδεύουμε βόρεια δηλαδή, μετά στρίβουμε αριστερά και διανύουμε άλλα 630 μέτρα, δυτικά δηλαδή. Σταθμεύουμε και με τα πόδια άλλα 130 βόρεια και βρισκόμαστε μπροστά  στην εκκλησία πρώιμης Μεσοβυζαντινής περιόδου. Είναι τα ερείπια τρίκλιτου ναού που παραμένουν όρθια μόνο τα δύο ακρινά (το βόρειο και το νότιο) κλίτη. Το επίπεδο της εκκλησίας βρίσκεται περίπου 1,5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Μαρτυρίες κατοίκων Ριζοκαρπάσου (Α. Τανής) λένε ότι η εκκλησία παλιά βρισκόταν στο επίπεδο της επιφάνειας της γης αλλά από τις επιχωματώσεις που έγιναν λόγω των βροχών βρέθηκε θαμμένη 1,5 μ. κάτω από την επιφάνεια. Γύρω από την εκκλησία βρίσκονται ογκώδης λίθοι οι οποίοι αποτελούσαν μέρος της τοιχοποιίας του ναού. Στο μέρος του κυρίως ναού βρίσκονται σήμερα κάτω μια κολώνα καθώς και δύο μαρμάρινοι τετράγωνοι μαρμάρινοι λίθοι όπως επίσης και διάφορα άλλα χαλάσματα.

Πρώτος μας “στόχος”  λοιπόν δεν είναι η εκκλησία της Παναγίας τηςΑφέντρικας αλλά της Παναγίσας της Δαφνώντας στην ομώνυμη περιοχή.  Ανοίξαμε τους χάρτες μας και αφήνουμε πίσω μας τη Συκάδα, τους Σέρκιες,  το δάσος του Κουκκουμά, (κατά άλλους Κουκουμάρ) τις Τούμπες και το δάσος Κρεββάτια (Κρεάκια κατά τους Ριζοκαρπασίτες και βρίσκονται  στη αριστερή μας πλευρά) και οδεύουμε στην ομώνυμη περιοχή, την Δαφνώντα που βρίσκεται στη δεξιά μας πλευρά. Έπρεπε να βρούμε στα δεξιά μας ένα άλλο χωμάτινο δρόμο. Βρήκαμε ένα τον ακολουθήσαμε αλλά καταλάβαμε ότι είχαμε λάθος. Πίσω ξανά 2 περίπου χιλιόμετρα και βρήκαμε τούτη τη φορά τον σωστό δρόμο. Βρίσκεται μετά την αριστερή στροφή προς τον παλιό δρόμο, γνωστό σαν Ανήφορο της Συκάς και συνέδεε τη Γαληνόπωρνη με το Ριζοκάρπασον. Μετά από μια διπλή στροφή εντοπίζουμε το χωμάτινο δρόμο που αναζητούμε. Στρίβουμε δεξιά και σε 500 μέτρα σταθμεύουμε το αυτοκίνητό μας στους πρόποδες του  δασώδους μικρού οροπεδίου και ανηφορίζουμε δεξιά μας, προς δυτικά δηλαδή. Κάπου εκεί, βάσει του χάρτη μας πρέπει να βρίσκεται και η εκκλησία που αναζητούμε. Παίρνουμε τα πόδια μας και με συντροφιά τις φωτογραφικές μας ανηφορίζουμε μέσα από πυκνούς θάμνους, κυρίως αορατιές.  Έτρεχα σαν δεκαοκτάρης. Δεν ήξερα γιατί, δεν μπόρεσα να καταλάβω το λόγο. Είτε η πίεση του χρόνου, είτε η αγωνία της ανεύρεσης του “θησαυρού” μου. Σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια βρέθηκα μπροστά στα ερείπια της μεταβυζαντινής περιόδου εκκλησίας που είναι και αυτή αφιερωμένη στην Παναγία. Το δέος με κυρίευσε. Όχι λόγω της πολλής μου πίστης αλλά λόγω της αντοχής της φύσης. Έστεκε εκεί έστω και ερειπωμένη για περίπου 1500 χρόνια. Διασώζονται,  ο αριστερός και δεξιός μόνο τοίχος καθώς επίσης και η δεύτερη από δυτικά καμάρα της σκεπής του κυρίως ναού. Είναι μια από τις πέντε συνολικά καμάρες που κρατούσαν την οροφή του. Μέσα και γύρω από την εκκλησία εκατοντάδες πέτρες, μερικές με σχήματα που οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι ήταν μέρος των καμάρων και των κολώνων του ναού. Στη βόρεια πλευρά, σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων  βρίσκεται ένα λαξευτό σπήλαιο, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, ή ήταν χώρος λατρείας  πριν την ανέγερση του ναού, ή ήταν χώρος όπου κατέφευγαν οι πιστοί για προστασία από τις επιδρομές, καθότι η εκκλησία απέχει μόνο ένα χιλιόμετρο από την αμμώδη παραλία του Μωρόσυκου. Μεγάλος σορός από πέτρες δίπλα από το σπήλαιο οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι γύρω από την εκκλησία υπήρχαν και άλλα κτίσματα. Νότια και σε απόσταση τριάντα περίπου μέτρων βρίσκεται ένας ογκώδης λαξευμένος πέτρινος λίθος. Μοιάζει με μυλόπετρα. Η βάση του έχει διάμετρο περισσότερο από ένα μέτρο και το ύψος του  ένα περίπου μέτρο. Στο κέντρο, της πάνω του βάσης, υπάρχει λαξευμένη μια στρογγυλή τρύπα διαμέτρου 30 περίπου εκατοστών και βάθους 20. Υπάρχουν επίσης άλλες  τέσσερεις τρύπες ακτινωτά σε σχήμα σταυρού, πιο μικρές όμως. Γύρω από την εκκλησία και σε περίμετρο μέχρι και 200 μέτρα παρατηρήσαμε πάρα - πάρα πολλά μικρά κομμάτια πήλινων αγγείων. Σε μερικά μάλιστα παρατηρήσαμε και σημάδια διαφόρων χρωμάτων και σχεδίων. Σημεία που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η περιοχή αποτελούσε  ολόκληρο οικισμό.

Είναι σ’ αυτή την εκκλησία και στην προηγούμενη που αναφέραμε, που κατά το  “κιάνεμαν”  περιφορά δηλαδή, της εικόνας της Παναγίας την οποία συνόδευαν Ελληνοκύπριοι του Ριζοκαρπάσου και Τουρκοκύπριοι της Γαληνόπωρνης,  μαζεύονταν και έκαναν δεήσεις στην Παναγία για να βρέξει. Υπάρχουν μαρτυρίες που θέλουν τους Γαληνοπωρνήτες να ζητούν πρώτοι, για να γίνει η περιφορά της εικόνας για να σταματήσει η ανομβρία. Οι Λινομάμπακοι δηλαδή που αναφέραμε προηγουμένως.

Αφού πήραμε όσες φωτογραφίες θέλαμε και κατηφορίσαμε προς το αυτοκίνητο μας. Επόμενος μας “στόχος” τα ερείπια άλλης εκκλησίας, κοντά ευρισκόμενης, και αφιερωμένης στον Άγιο Γεώργιο. Τον Άγιο Γεώργιο του Σταυροβουνιού. Ο χάρτης μας θέλει το ναό αυτό εκατό μέτρα βόρεια του σημερινού δρόμου Γαληνόπωρνης - Ριζοκαρπάσου και άλλα τόσα ανατολικά του δρόμου του Ανηφόρου της Συκάς. Αυτός πριν το 1880 ήταν ο κύριος δρόμος που ένωνε το Λεονάρισσο, Γαληνόπωρνη, Ριζοκάρπασον. Αυτό το καταμαρτυρούν και τα ερείπιά του που η διάβρωση των νερών τα ξεσκέπασε. Ήταν αμαξιτός δρόμος στρωμένος με κροκάλες. Τέτοιοι δρόμοι άρχισαν να κατασκευάζονται στην Κύπρο επί αγγλοκρατίας, με την επιστράτευση ακόμα και γυναικών οι οποίες αναλάμβαναν το έργο του σπασίματος των πετρών. Πριν το 1880 στην περιοχή του Ριζοκαρπάσου υπήρχαν μόνο γαϊδουρόστρατες και καμηλόστρατες. Μετά στρώθηκε ο προαναφερόμενος δρόμος και αργότερα ο δρόμος Λεονάρισσου, Αγίου Ανδρονίκου, Γιαλούσας, Ριζοκαρπάσου.

Παρά τις πραγματικά φιλότιμες προσπάθειες και των δύο μας, ανεβήκαμε δύο φορές το βουνό, δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε στον στόχο μας. Κάποια ερείπια ενός κτίσματος που εντοπίσαμε, μάλλον δεν ανήκουν σε εκκλησία. Ίσως μια άλλη φορά με τη βοήθεια κάποιου ηλικιωμένου Ριζοκαρπασίτη, να τα καταφέρουμε. Η όλη απογοήτευση μας επισκιάστηκε όμως με τον εντοπισμό ωραιότατων ξινιάτων και απλωτών, πράγματα τα οποία φυσικά τιμήσαμε. Κόψαμε αρκετά.

Μετά πρόσω ολοταχώς για το Ριζοκάρπασον. Περνούμε τον Καρκαλλό, την Μπάρρα το Φτελλίχος και τη Νοτιά που βρίσκονται στη δεξιά μας πλευρά και το δάσος Φοινίτζια που βρίσκεται στα αριστερά μας.  Απέναντι από τη Νοτιά στρίβουμε αριστερά. Ανηφορίζοντας δεξιά μας, συναντούμε το Ανάκο (στην περιοχή βρίσκονται τα ερείπια ναού αφιερωμένου στον Άγιο Ιάκωβο), το Κοτσσινονερό, και τις Μάνδρες, όπου βρίσκονται και τα ερείπια του ναού του Αγίου Μοδέστου.  Στα αριστερά μας βρίσκονται τα Καψάλια.

Σε λίγο και ενώ βρισκόμαστε πλέον στον Καψαλόβουνο, ανατέλλει μπροστά μας το Ριζοκάρπασον. Όχι ολόκληρο, μόνο οι δύο από τις τρεις ενορίες: του Λεκού  και της Ανάβρυσης. Το υπόλοιπο, η ενορία της Αγίας τριάδας δηλαδή, δεν είναι ορατό από τον Καψαλόβουνο. Μόλις κατηφορίσουμε, στην είσοδο της κωμόπολης, το πρώτο κτίσμα που συναντούμε εφάπτεται σχεδόν πάνω στο δρόμο. Είναι ένα τετράγωνο σπιτάκι 2 επί 2 μέτρα και ύψος το πολύ ενάμισι. Είναι το ξωκλήσι του Αποστόλου Πέτρου. Πολλές ήταν οι φορές που όταν ήμασταν παιδιά το επισκεπτόμασταν και του ανάβαμε το καντήλι. Φαίνεται ότι πρόσφατα κάποιοι πιστοί το περιποιήθηκαν, το έβαψαν και του έβαλαν και πόρτα.

Μπήκαμε μέσα στην κωμόπολή μας, περάσαμε έξω από το πατρικό μου και κατευθυνθήκαμε προς το κέντρο του χωριού με στόχο να επισκεφτούμε το μοναδικό καφενείο του χωριού το οποίο είναι κάτω από τον έλεγχο Ελληνοκυπρίου.  Πιστεύαμε ότι κάποιους ηλικιωμένους χωριανούς θα συναντούσαμε για να τους συμβουλευτούμε. Έξω από το καφενείο συναντήσαμε το Ορχάν.  Ένα Τούρκο έποικο που έστησε λυόμενο κέντρο στην πλατεία, δίπλα ακριβώς από το καφενείο του Αγίου Συνεσίου.  Του έδωσε μάλιστα και ελληνικό όνομα “Εστιατόριο Καρπασία”  γραμμένο στα Ελληνικά. Προφανώς για να ελκύει Ελληνοκύπριους πελάτες. Τον γνώριζα από προηγούμενη συνάντησή μας, όπου μου συστήθηκε και σαν φίλος του πατέρα μου. Φαίνεται καλός άνθρωπος, αλλά ποιος ξέρει;  Όλοι μας είμαστε καλοί μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Είπαμε μερικές κουβέντες στο πόδι και κατευθυνθήκαμε στο καφενείο μας. Ο καφετζής ο Βασίλης, καθόταν εντελώς μόνος στη βόρεια βεράντα του καφενείου προσπαθώντας να ζεστάνει το κορμί του με τον ήλιο. Στο καφενείο νέκρα, κανένας χωριανός. Καθίσαμε και παραγγείλαμε δύο σκέτους. Μέχρι να τους ετοιμάσει φάνηκε ένας εγκλωβισμένος Ριζοκαρπασίτης. Ο Ανδρέας, ένας κοντά στα σαράντα, ο οποίος εκτελεί και καθήκοντα καντηλανάφτη στην εκκλησία του Αγίου Συνεσίου. Συνομιλήσαμε για λίγο και μετά μαζί πήγαμε για να συναντήσουμε ένα συγγενικό μου πρόσωπο που ήθελα να του πω κάτι. Ούτε και αυτόν δεν τον βρήκαμε. Πήραμε τον Ανδρέα στο κέντρο του χωριού και ανηφορήσαμε το δρόμο προς το Γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου για να κατευθυνθούμε προς την περιοχή της Αφέντρικας. Διασχίζοντας την ενορία της Αγίας Τριάδας, ή Πάνω Χωρκόν όπως το αποκαλούσαν οι Ριζοκαρπασίτες, περάσαμε έξω από την ομώνυμη εκκλησία με το Λιοντάρι της να στέκει εκεί περιμένοντας τα παράπονά μας. Αφήνουμε πίσω μας τα τελευταία σπίτια και κατηφορίζουμε προς τον Άγιο Φίλωνα. Στα αριστερά μας είναι η περιοχή Τσάμπρες και πιο πίσω ο Βρυσός και τα Ψηλάκρεμμα με τον Ποταμό της Κόνας. Σ’ αυτή την περιοχή υπάρχουν αρκετά λαξευτά σπήλαια. Κατά την περίοδο της αγγλοκρατίας, οι άγγλοι κατακτητές πλήρωναν έναντι πινακίου φακής γυναίκες του Ριζοκαρπάσου για να κοσκινίζουν το χώμα των σπηλαίων με σκοπό την ανεύρεση αρχαίων χρυσών κτερισμάτων τα οποία φυσικά καπηλεύονταν. Δεξιά μας είναι τα Πυρά Χωράφια και ο Ποταμός του Χριστού. Εκατόν περίπου μέτρα πριν την εκκλησία του Αγίου Φίλωνα, που βρίσκεται στην πόλη της αρχαίας Καρπασίας η οποία ήταν και σημαντικό λιμάνι, στρίβουμε δεξιά και οδεύουμε παραλιακά πάντοτε προς την περιοχή της Αφέντρικας όπου βρίσκονται κοντά - κοντά τρεις εκκλησίες. Στα αριστερά μας έχουμε την Παραλία της Κρεμμαστής, με το θαυμάσιο τρεχούμενο πάνω στους βράχους νερό. Μετά την παραλία της Κρεμμαστής συναντούμε το Αμμίν, την Πιτηνίστρα, το Νησί του Στύλλου, τα Καλαμούλια, την Τερατσού, τα Νησιά του Δράκοντα, το Νησί Κουρκουτάς, τον Λευκόνησο ή Ασπρονήσι και τον Λιμνιώνα. Δεξιά μας συναντούμε τους Στύλλους, τα Τραχώνια και τις Τσιαουρκές ή Τσιαούρκα όπου υπάρχουν και τα ερείπια του ναού του Αγίου Στεφάνου.  Όλα αυτά σε απόσταση 7,2 χιλιομέτρων. Φτάσαμε στην  άλλοτε ευημερούσα πόλη του Καρπασίου. Είναι οι κάτοικοι της Καρπασίας στον Άγιο Φίλωνα, που λόγω των Αραβικών επιδρομών την εγκατέλειψαν τον έβδομο μ.Χ αιώνα, για να κτίσουν τον νέο οικισμό στην περιοχή Αφέντρικα που έφερε το όνομα Καρπάσιον. Κάποιοι μελετητές συνταυτίζουν το Καρπάσιον με την Καρπασία τοποθετώντας το στην περιοχή του Αγίου Φίλωνα. Κάποιοι άλλοι συνταυτίζουν το Καρπάσιον με την Ουρανία. Με βάση παλιούς χάρτες που εντόπισα πρόκειται για τρεις διαφορετικές τοποθεσίες. Την Καρπασία, το Καρπάσιον και την Ουρανία. Η περιοχή του Καρπασίου πήρε μετέπειτα το όνομα Αφέντρικα λόγω του χαρακτηρισμού Αφέντρα (Αφέντισσα)  που προσέδιδαν στην Παναγία, στην οποία ήταν αφιερωμένη η εκεί εκκλησία.

Σταθμεύουμε το αυτοκίνητό μας κοντά στις τρεις εκκλησιές. Του Αγίου Γεωργίου, της Παναγίας της Αφέντρικας και των Αγίων Ασωμάτων. Την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και της Παναγίας, τις συναντούμε στην αριστερή πλευρά του δρόμου.

H εκκλησία της Παναγίας είναι η πιο καλά διατηρημένη, από τις τρείς. Είχε αναστηλωθεί και συντηρηθεί, από το τμήμα αρχαιοτήτων λίγο πριν από την εισβολή, όπως και η εκκλησία του Αγίου Φίλωνα των Αγριδίων. Μερικές από τις πέτρες που είναι κτισμένη είναι πελώριες τετράγωνες 80 πόντους πλάτος και 40 περίπου ύψος και βάθος 40. Το πλάτος των τοίχων όμως φτάνει τα 1,2 μέτρα. Η εκκλησία είναι βασιλικού ρυθμού, τρίκλιτη, αλλά παραμένει μόνο το κεντρικό κλίτος και το ιερό. Τα άλλα δύο, βόρειο και νότιο, έχουν καταρρεύσει. Του νότιου παραμένει μέρος της τοιχοποιίας του. Η δεξιά και αριστερή πλευρά του κυρίως ναού, είχαν από τέσσερεις  μεγάλες καμάρες  οι οποίες επικοινωνούσαν με τα άλλα δύο χαμηλότερα κλίτη. Μια στο ιερό και τρεις στον κυρίως ναό. Η κάθε καμάρα έχει άνοιγμα 2,7 μέτρα. Η κολώνα της κάθε καμάρας έχει πλάτος 2 μέτρα. Το πλάτος του κεντρικού κλίτους είναι πέντε μέτρα και το μήκος 10,5. Το πλάτος των πλευρικών κλιτών είναι περίπου 3,8 μέτρα. Το μήκος του ιερού είναι 3 μέτρα. Σε κατοπινό στάδιο και με την κατάρρευση των πλευρικών κλιτών, οι καμάρες έκλισαν όλες με τοιχοποιία πλην της δεύτερης, μετρώντας από δυτικά προς ανατολικά. Η βόρεια καμάρα μετατράπηκε σε είσοδο και έχει πλάτος 1,8 μέτρα ενώ η νότια παρέμεινε ανοικτή. Σήμερα υπάρχουν πέτρες τοποθετημένες σε ύψος ένα περίπου μέτρο. Άλλη μια είσοδος βρίσκεται στη δυτική πλευρά του ναού. Το ύψος της οροφής είναι περίπου πέντε μέτρα. Τα ερείπια όμως μαρτυρούν ότι το κανονικό ύψος του κεντρικού κλίτους ήταν γύρω στα εφτά μέτρα και των πλαϊνών κλιτών γύρω στα πέντε. Τα θεμέλια επίσης καταμαρτυρούν ότι το μήκος της εκκλησίας ήταν μεγαλύτερο, αλλά κατά την συντήρηση το μέρος του παλιού ιερού δεν αναστηλώθηκε όλο. Σαν ιερό χρησιμοποιήθηκε μέρος του κυρίως ναού και ελάχιστο μέρος του ιερού. Από το υπόλοιπο μέρος του ιερού παραμένει μόνο ένα μέρος του τοίχου, το βορειοανατολικό με ένα παράθυρο. Η δεξιά και αριστερή πλευρά του σημερινού ιερού χρησιμοποιούν από μια πλαϊνή καμάρα που προηγουμένως επικοινωνούσαν με τα άλλα κλίτη. Μια από τις υπόλοιπες νότιες καμάρες, η πρώτη από δυτικά, φαίνεται ότι είχε υποστεί καθίζηση και για το στερέωμά της στήθηκε εξωτερικά μια άλλη στρογγυλή κολώνα στο κέντρο της για να την στηρίζει. Στη βόρεια πλευρά του ναού  και σε ακτίνα 100 περίπου μέτρων υπάρχου τα ερείπια πολλών οικιστικών μονάδων, πρόχειρα μετρήσαμε 10, καθώς και πολλοί σοροί από πέτρες. Στη νότια πλευρά, δίπλα ακριβώς από το ναό υπάρχουν τα υπολείμματα μάλλον ελαιοτριβείου ή οινοποιείου.  Μια πελώρια μυλόπετρα ύψους ένα μέτρο και πλάτους 1,2. Ολόιδια  με αυτή που βρίσκεται στην Παναγία της Δαφνώντας και μια άλλη λαξευμένη πέτρα πλάτους 2 περίπου μέτρα και ύψους 80 εκατοστά, σε σχήμα ανάποδου μανιταριού που προφανώς ήταν η βάση μέσα στην οποία έλιωναν τις ελιές ή τα σταφύλια. Στη νότια πλευρά του δρόμου απέναντι από την εκκλησία βρίσκονται τα υπολείμματα μιας οικίας μήκους 10 μέτρων και πλάτους 6. Είχε ένα παράθυρο προς τη πλευρά του δρόμου και μια πόρτα στη νότια της πλευρά στο μέσο των τοίχων. Σε απόσταση 12 περίπου μέτρων, στο νότιο περίβολο δηλαδή της οικίας, υπάρχει ένα πηγάδι το οποίο προφανώς χρησιμοποιούσαν για την ύδρευση τους και την άρδευση.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται 30 μέτρα δυτικά του ναού της Παναγίας και έχει μικρότερες διαστάσεις. Από τα εναπομείναντα ερείπια, μοιάζει να είναι Βυζαντινού ρυθμού ή Σταυρωτή Τρουλαία Βασιλική. Στην νοτιοανατολική του πλευρά ευρίσκονται τα ερείπια κτίσματος 4 επί 4 μέτρα.

Εκατό μέτρα βόρεια του ναού της Παναγίας βρίσκεται ο τρίτος ναός που είναι αφιερωμένος στους Άγιους Ασώματους. Ο ναός αυτός ομοιάζει πολύ με το ναό της Παναγίας. Είναι και αυτός τρίκλιτος βασιλικού ρυθμού. Σώζεται η στέγη μόνο του νότιου κλίτους. Οι διαστάσεις του είναι σχεδόν πανομοιότυπες με αυτού της Παναγίας. Τα πλαϊνά κλίτη συγκοινωνούσαν με το κεντρικό, πάλι μέσω 3 καμάρων καθώς και το ιερό με μια η οποία ευρίσκεται στην ίδια ευθεία με τις άλλες τρεις. Το βάθος του ιερού ήτο 6,5 μέτρα. Το μήκος και των τριών κλιτών του κυρίως ναού ήταν 11 μέτρα. Το πλάτος του κεντρικού επίσης 7 περίπου μέτρα και των πλαϊνών κλιτών 2,3 μέτρα. Το πλάτος των κολώνων των καμάρων 50 εκατοστά,  το μήκος τους 1,2 μέτρα και το ύψος τους περίπου 3 μέτρα. Το ύψος της οροφής του κεντρικού κλίτους πρέπει να ήτο 7 μέτρα και των πλαϊνών 5 μέτρα. Στη δυτική πλευρά υπήρχαν 3 καμαρωτές είσοδοι, μια σε κάθε κλίτος.

Νοτιοδυτικά της εκκλησίας των Αγίων Ασωμάτων υπάρχει ένα πελώριος βράχος ύψους περίπου 10 μέτρων και είναι λαξευμένος σε πολλά μέρη.

Μετά την περιήγησή μας στην Αφέντρικα, γύρω τις δώδεκα η ώρα, κατευθυνθήκαμε πιο ανατολικά. Στα αριστερά μας φαίνεται το Γλαρονήσι  και ακολούθως ο όρμος του Έξαρχου. Στα δεξιά μας είναι η Σκοπή, όπου υπάρχουν και τα ερείπια του ναού του Αγίου Δημητρίου. Αμέσως μετά και απέναντι από τον όρμο του Έξαρχου βρίσκεται η πάλαι ποτέ ακμάζουσα πόλη της Ουρανίας. Η Ουρανία, αναφέρεται από το Διόδωρο Σικελιώτη, ο οποίος λέγει ότι το 307 π.Χ. ο Δηµήτριος Πολιορκητής, πολιόρκησε και κατέλαβε πρώτα την πόλη Ουρανία και έπειτα την Καρπασία. Η πόλη Ουρανία πιθανολογείται πως πήρε το όνομά της από το επώνυμο της Αφροδίτης ως ουράνιας θεάς. Εκεί μετρήσαμε 13 ερείπια οικισμών.

Από την Ουρανία στρίψαμε δεξιά και ακολουθώντας παράλληλα τον ποταμό του Έξαρχου κατευθυνθήκαμε για τα Αγρίδια. Τα Αγρίδια, σύμφωνα με ιστορικές μελέτες και αρχειακές έρευνες, ήκμασαν σαν οικισμός μέχρι τον 16ο αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τις μελέτες ο οικισμός δημιουργήθηκε από τους κατοίκους του Καρπασίου και της Ουρανίας οι οποίοι αναγκάστηκαν να εγκατασταθούν στα ενδότερα για να προστατεύονται από τις επιδρομές των Σαρακηνών, των Τούρκων και άλλων επιδρομέων. Έτσι επέλεξαν την περιοχή των Αγριδίων που τους επέτρεπε να έχουν οπτική επαφή με τη θάλασσα και του Βορρά και του Νότου. Η επιλογή της περιοχής έγινε για να μπορούν να επιτηρούν τη θάλασσα και να  αντιλαμβάνονται νωρίς την έλευση των επιδρομέων και έτσι τους δινόταν ο χρόνος να προστατευθούν.

Στο πρόγραμμά  μας άλλες τρεις εκκλησίες, του Αγίου Φίλωνα των Αγριδίων, του Αγίου Δημητρίου, της Αγίας Βαρβάρας, καθώς επίσης  και η Κοτσιηνόπετρα. Δυστυχώς η τεχνολογία που χρησιμοποιήσαμε για να ετοιμάσουμε τους δορυφορικούς μας χάρτες μας πρόδωσε πάλι. Όταν φτάσαμε στην κορυφογραμμή όπου υποθέσαμε θα βρίσκαμε τα αναζητούμενά μας, χρειάστηκε να πάμε δυτικά και ξανά πίσω δύο φορές, υποχρεωμένοι την κάθε φορά να ανοιγοκλείνουμε και 3 ξύλινα κάγκελα που τοποθέτησαν οι έποικοι για να προστατεύουν τα σπαρτά τους από τα κοπάδια των γαϊδάρων. Τελικά βρεθήκαμε στο σωστό μέρος. Στεκόμαστε για λίγο και αγναντεύουμε την μαγευτική θέα. Το μάτι μας, κολυμπώντας μέσα στο καταπράσινο τοπίο, κατάφερε να εντοπίσει το κέντρο του Τσούνταρου στον Αρμυρόλακκο, το οποίο είχαμε σκοπό να επισκεφτούμε για να σκοτώσουμε την πείνα μας.

Πρώτα σταματήσαμε σε μια μισογκρεμισμένη οικία, όπου μελετώντας την αρχιτεκτονική της εντοπίσαμε τα εξής χαρακτηριστικά. Η κατοικία ήταν ακριβώς πάνω στη νότια κορυφογραμμή του οροπεδίου των Αγριδίων με μια θαυμάσια και μαγευτικότατη θέα προς το Νότο αλλά και προς το Βορρά. Ήταν χτισμένη από τετράγωνες ασβεστολιθικές πέτρες. Αποτελείτο από 2 δωμάτια τα οποία επικοινωνούσαν μεταξύ τους από μια εσωτερική πόρτα. Το δυτικό δωμάτιο γκρεμίστηκε σχεδόν όλο. Του δυτικού δωματίου γκρεμίστηκε σχεδόν όλος ο ανατολικός τοίχος και η μισή περίπου στέγη.  Στο κέντρο του ανατολικού δωματίου έστεκε πάνω στην πέτρινη βάση του ο ξύλινος στύλος με το κεφαλόστυλο με το σταυρό χαραγμένο στο μέσον του. Το κεφαλόστυλο βρίσκεται στο άνω μέρος του στύλου για να συγκρατεί τη νευκά η οποία με τη σειρά της συγκρατούσε δύο σειρές από βολίτζια, δεξιά και αριστερά, πάνω από τα οποία ήταν τοποθετημένες οι άστες. Πάνω από τις άστες υπήρχε ένα στρώμα από μάζες και πιο πάνω κοννόχωμα με το ποίο συμπληρωνόταν η στέγη. Αυτός ήταν ο πιο συνήθης τρόπος κτισίματος των κατοικιών κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και αρχές του 20ου. Κάποια ερείπια άλλων κατοικιών που εντοπίσαμε στην περιοχή είναι κτισμένες από πιο μικρές πέτρες ακανόνιστου σχήματος που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι πιο παλιά οικοδομήματα. Πάνω στα βολίτζια εντοπίσαμε να κρέμεται και ένας μικρός λουρικός, πάνω στον οποίο προφανώς θα κρέμαγαν την αρμαρόλλα τους. Ο χώρος γύρω από το σπίτι διάσπαρτος με ωραιότατες απλωτές. Μετά τη φωτογράφηση του σπιτιού  πήραμε τα μαχαίρια μας και τιμήσαμε ξανά τις απλωτές.

Σε απόσταση 300 μέτρων δυτικά της οικίας συναντήσαμε τον Άγιο Φίλωνα των Αγριδίων. Ακριβώς 10 λεπτά πριν τις δώδεκα. Παίρνουμε τις φωτογραφικές μηχανές μας και νάμαστε στον περίβολο της εκκλησίας. Αποτελείται από δύο καμαροειδείς σκέπες, τοποθετημένες η μια κάθετα πάνω στην άλλη. Η μια με προσανατολισμό Βορρά Νότου αποτελεί τον περίβολο της εκκλησίας με τη νότια και βόρεια πλευρά της είναι ανοικτές. Ο ανατολικός τοίχος της καμαροσκεπής αυτής έχει προέκταση ακόμα μια καμάρα προς Βορρά με διαστάσεις ίσες με το μισό του καλυμμένου μέρους. Στον υπόλοιπο τοίχο διακρίνονται άλλες δύο καμάρες η οποίες ως φαίνεται έκλεισαν σε κατοπινό στάδιο για να δημιουργηθούν δύο τετράγωνες είσοδοι πλάτους περίπου 1,8 μέτρα η κάθε μια.  Η σκεπή έχει μέγιστο ύψος 7 περίπου μέτρα. Το δάπεδό της είναι πλακόστρωτο.  Ο κυρίως ναός με προσανατολισμό φυσικά ανατολής δύσης εφάπτεται κάθετα στον ανατολικό τοίχο του περιβόλου στην ευθεία της αντίστοιχης κεντρικής καμάρας η οποία αποτελεί και την είσοδό του. Η μοναδική είσοδος βρίσκεται στο δυτικό τοίχο και έχει πλάτος ένα περίπου μέτρο. Ακριβώς από πάνω της υπάρχει ένας ημικυκλικός φεγγίτης. Ενάμισι μέτρο πιο πάνω υπάρχουν άλλοι δύο στενοί φεγγίτες πλάτους 15 περίπου εκατοστών και ύψους 50.  Ο κυρίως ναός έχει πλάτος 4 μέτρα και μήκος 10 συμπεριλαμβανομένου και του Ιερού. Το δάπεδο του είναι περίπου 30 εκατοστά πιο χαμηλό από αυτό του στεγασμένου προαυλίου. Το ύψος της οροφής είναι το ίδιο με την άλλη, 7 μέτρα δηλαδή. Πάνω στους τρεις τοίχους υπάρχουν αγιογραφίες, οι οποίες δυστυχώς είναι σε πολύ κακή κατάσταση. Το εσωτερικό του ναού καλυπτόταν κάποτε ολόκληρο με τοιχογραφίες. Οι πιο καλά διατηρημένες σήμερα, βρίσκονται πάνω και αριστερά από την πόρτα της εισόδου. Όπως μπορούμε να συμπεράνουμε, τα σωζόμενα τμήματα  παριστάνουν, τον 'Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο και τον Άγιο Γεώργιο καθώς και τον Ιωάννη τον Πρόδρομο και τους Αγίους Κωνσταντίνο και Ελένη. Δυστυχώς είναι σε πολύ κακή κατάσταση όπως και το δάπεδο που είναι κατάσπαρτο από κοπριά ζώων. Απ’ ότι παρατηρήσαμε η εκκλησία αναστηλώθηκε πρόσφατα (πριν την τούρκικη εισβολή). Αυτό φαίνεται και από τις πέτρες που χρησιμοποιήθηκαν για το πάνω μέρους των τοίχων του κυρίως ναού. Γύρω από το ναό υπάρχουν τα ερείπια ενός  μεγαλύτερων διαστάσεων ναού. Μερικά μέτρα προς τη βορειοανατολική γωνία της εκκλησίας, υπάρχει χτισμένη κάτω μια δεξαμενή  διαστάσεων 2 επί 2 μέτρα η οποία εξέχει 20 εκατοστά πάνω από τη επιφάνεια του εδάφους. Πιθανότατα η δεξαμενή αυτή να χρησιμοποιείτο για το “ψήσιμο” του ασβέστη που χρησιμοποιούσαν για την συντήρηση. Στο βόρειο τοιχίο του είναι αναγραμμένα μια ημερομηνία και ένα όνομα: 2-10-73 Παντελής Ζ ( και με επιφύλαξη), Τζιαούρη. Πιθανότατα η ημερομηνία αυτή να μαρτυρεί και την ημερομηνία αναστύλωσης της εκκλησίας.

Αφήνουμε την εκκλησία του Αγίου Φίλωνα και με τα πόδια κατευθύνομαι προς την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου ενώ ο γιος μου με το αυτοκίνητο προχωρά λίγο πιο κάτω γιατί το μάτι του εντόπισε μερικά ολόγλυκα καυλιά και περτικοκαύλια. Κατευθύνθηκα 125 μέτρα βορειοδυτικά αναζητώντας την εκκλησία. Εκκλησία όμως πουθενά. Σε κάποια στιγμή το μάτι μου συνέλαβε κάτι να ασπρίζει σαν πέτρα μέσα σε μια πελώρια και καταπράσινη σχοινιά ύψους πέραν των τριών μέτρων. Πλησιάζω και πράγματι μέσα στην καρδιά του μεγάλου αυτού θάμνου αντίκρισα τα ερείπια της μικρής εκκλησίας. Με πάρα πολύ μεγάλη δυσκολία κατάφερα να εισχωρήσω μέσα. Πλησίασα όμως και με πολλή δυσκολία κατάφερα να πάρω μερικές φωτογραφίες. Ένας ευρυγώνιος φακός θα ήταν χρησιμότατος σε τέτοια περίπτωση αλλά που να τον βρεις πάνω στ’ Αγρίδια. Τράβηξα καμιά δεκαριά και θεωρώντας ότι είναι πιο βολικό να περάσω στην άλλη πλευρά της σχοινιάς κατευθύνθηκα πιο βόρεια. Ήταν πράγματι πιο εύκολη η πρόσβαση απ’ εκεί. Αυτή μου η ταλαιπωρία όμως έμελλε να ξεπληρωθεί. Βρέθηκα μπροστά σ’ ένα θαυμάσιο θέαμα. Δεκάδες κυκλάμινα στο τέρμα του μεγάλου θάμνου και στη μέση τους μια κατακόκκινη Φτειρού του Τούρκου[1]. Είναι σπάνιες οι φορές που συνάντησα ένα τόσο μεγάλο χώρο με τόσα πολλά κυκλάμινα. Ήλθαν στο μυαλό μου τα παιδικά μου χρόνια όπου μαζεύαμε τα λουλούδια των κυκλάμινων, τους λαούς ή τα φτιά του λαού, για μας τους Ριζοκαρπασίτες, για να τα κάνουμε μικρές ανθοδέσμες και να τα πουλήσουμε στους περαστικούς επισκέπτες του Αποστόλου Ανδρέα που περνούσαν μέσα από ο χωριό μας. Δοκίμασα να αυτοφωτογραφηθώ μαζί τους αλλά δεν πέτυχα αυτό που ήθελα.

Πίσω ξανά στο αυτοκίνητο. Κατεύθυνση ανατολικά προς την Κοτσιηνόπετρα, η Καμηλόπετρα, ή Κοτσιηνόκρεμμος όπως την αποκαλούν οι Καρπασίτες. Βρίσκεται δυτικά της εκκλησίας του Αγίου Φίλωνα σε απόσταση 1300 μέτρα. Είναι ένας πελώριος βράχος τοποθετημένος ακριβώς πάνω στην κορυφογραμμή του οροπεδίου των Αγριδίων. Έχει ύψος περίπου 10 μέτρα και πλάτος 8 μέτρα περίπου. Προφανώς επί μέρος του όλου μετεωρόλιθου βρίσκεται μέσα στη γη. Σύμφωνα με την παράδοση, ο ογκόλιθος αυτός είναι μετεωρίτης. Αυτό ενισχύεται και από το είδος του πετρώματός του. Είναι εντελώς διαφορετικό πέτρωμα από τα υπόλοιπα πετρώματα της περιοχής. Το χρώμα του είναι καφεκόκκινο  με διάφορες άσπρες ραβδώσεις που υποδηλούν ότι το σώμα αυτό πέρασε από υγρή μορφή για να στερεοποιηθεί. Γύρω από τον μεγάλο αυτό όγκο υπάρχουν και μικρότερα κομμάτια τα οποία αποσπάστηκαν από τον κυρίως όγκο ή κατά την πρόσκρουση ή όταν μετά την ψύξη του και τη συστολή του, δημιουργήθηκαν διάφορες ρωγμές με αποτέλεσμα να αποσπαστούν διάφορα κομμάτια. Κάτω υπήρχαν και φρεσκοσπασμένα κομμάτια σημάδι ότι κάποιοι τα έσπασαν με σκοπό να πάρουν κάποιο ενθύμιο. Πήραμε αρκετές φωτογραφίες. Το πρόγραμμα της αναζήτησης έφτασε στο τέλος. Η ώρα πήγε δύο. Επιστροφή ανατολικά για ένα χιλιόμετρο. Εκεί βάσει του χάρτη μας πρέπει να υπάρχει ένας χωμάτινος δρόμος που μας οδηγεί προς τα Πλακιά. Πράγματι εντοπίσαμε το δρόμο και με πολλή έγνοια και αγωνία αρχίσαμε να κατηφορίζουμε. Είχαμε αγωνία διότι ο δρόμος αυτός ήταν πολύ κατηφορικός αλλά και σε πολύ κακή κατάσταση λόγω των διαβρώσεων. Σιγά - σιγά και με προσοχή καταφέραμε να κατεβούμε και να βρεθούμε στην κοιλάδα του Βλάχου η οποία βρισκόταν στη δεξιά μας πλευρά. Πιο δεξιά η περιοχή Καλαμανά. Εμείς ακολουθήσαμε αριστερά παράλληλα με τους πρόποδες του βουνού και νάμαστε στην περιοχή των Πλακιών. Μετά από 500 περίπου μέτρα στρίψαμε δεξιά και μετά από άλλα 500 μέτρα μπήκαμε στον κυρίως δρόμο Ριζοκαρπάσου - Αποστόλου Ανδρέα. Μετά από άλλα 500 μέτρα βρεθήκαμε στον Αρμυρόλακκο και στο κέντρο του Τσούνταρου. Το εξοχικό αυτό κέντρο λειτουργούσε πριν το 74. Μετά από πολλές διαδικασίες κατάφερε ο εγκλωβισμένος γαμβρός του μ. Τσούνταρου, Νίκος Κτίστης, να πάρει άδεια από τις κατοχικές αρχές για να το επαναλειτουργήσει.

Κατεβήκαμε και απ’ ευθείας μέσα στην Κουζίνα του Νίκου. Παραγγείλαμε το φαΐ μας με την παράκληση να μας το ετοιμάσει όσο το δυνατό πιο σύντομα. Ο χρόνος μας άρχισε να στενεύει. Η παράκλησή μας έγινε αποδεκτή. Ρωτήσαμε αν είχε και καμιά τζίκλα (τζίχλα, για μας του Ριζοκαρπασίτες) του αόρατου για να φάμε αλλά η απάντηση: “Εν γιασάκκιν”. Απαγορευμένη δηλαδή. Παραγγείλαμε ψάρι. Έστω και κατεψυγμένο που ήταν το ψάρι, λόγω της μεγάλης μας πείνας το φάγαμε και μας φάνηκε μέλι. Πληρώσαμε και κατευθείαν στον Απόστολο Ανδρέα. Δεν νοείται επίσκεψη στο Ριζοκάρπασο χωρίς προσκύνημα στον Απόστολο Ανδρέα, τον Άγιο μας. Μετά από διαδρομή 11,5 χιλιομέτρων μέσα από τους καταπράσινους κάμπους βρεθήκαμε στον Απόστολο Ανδρέα. Κατευθυνθήκαμε προς την εκκλησία αλλά ώ! η απογοήτευση. Ο πάτερ Ζαχαρίας απουσίαζε και η εκκλησία ήταν κλειδωμένη. Κατεβήκαμε στο αγίασμα, νίψαμε το πρόσωπό μας και πίσω στο αυτοκίνητο. Οι κουβαλητοί έποικοι πραματευτάδες εκεί, για να εμποδίζουν την επιδιόρθωση της εκκλησίας εις πείσμα και των ηγετών τους Ταλάτ και Έρογλου. Παρά το ότι η Διαχειριστική Επιτροπή Αποστόλου Ανδρέα υποχρεώθηκε να ξοδέψει 200 χιλιάδες ευρώ για την ανέγερση άλλων υποστέγων νοτιοδυτικά των υφιστάμενων και απέναντι από το αρχιεπισκοπικό μέγαρο, αυτοί με τις πλάτες των στρατηγών συνεχίζουν να παραμένουν εκεί τροφοδοτούμενοι οικονομικά από κάποιους “πιστούς” που επισκέπτονται τη Μονή.

Με βαριά καρδιά πήραμε το δρόμο της επιστροφής. Δεν ξέρω γιατί, μα όποτε επιστρέψω στο χωριό μου, όταν πάρω το δρόμο της αναγκαίας φυγής ψυχοπλακώνομαι. Μια μικρή στάση, στο ποιο πολυφωτογραφημένο μέρος της Κύπρου, τον Πασιήαμμο. Ακόμα μερικές φωτογραφίες, παρόλο που η πολλή σκόνη στην ατμόσφαιρα δεν άφηνε περιθώρια για φωτογραφίες αντάξιες του τοπίου. Ένα περίπου χιλιόμετρο πιο κάτω, στην ευρύτερη περιοχή του Έξω Μακρού και πάνω σε μια αριστερή στροφή βρίσκεται το ερειπωμένο πια σπίτι, γνωστό σαν σπίτι της Πουππούσιας.  Μπροστά ένας μεγάλος ευκάλυπτος. Οι πολλές τζιηνάρες του Μακρού που βρισκόταν τριγύρω του και που λόγω της φετινής πολυομβρίας ήταν μεγάλες, μας υποχρέωσαν να σταθμεύσουμε για να κόψουμε λίγες. Και ενώ εγώ άρχισα να τις περιποιούμαι, η παρατηρητικότητα του γιού μου με έκανε να στρέψω αλλού την προσοχή μου. Σε ύψος τριών μέτρων, απ’ εκεί που ξεκινούσε η διακλάδωση του ευκαλύπτου, μια παλιά σιδερένια καρκόλα (κρεβάτι) βρισκόταν στερεωμένη και δεμένη με σύρμα στα κλαδιά του δένδρου. Πάνω εκεί και υπό την σκιά των φύλλων του δένδρου, ξάπλωναν τους καλοκαιρινούς μήνες οι ιδιοκτήτες του σπιτιού και απολάμβαναν τον ύπνο τους. Πάλι φωτογραφίες, ο γιός μου μάλιστα σκαρφάλωσε πάνω στο δένδρο και με παρακάλεσε να τον φωτογραφίσω ξαπλωτό πάνω στο κρεβάτι θέλοντας να μιμηθεί τους παλιούς Καρπασίτες. Αφού κατέβηκε μαζέψαμε ακόμα μερικές τζιηνάρες και πρόσω ολοταχώς προς το Ριζοκάρπασον. Είχαμε μια ελπίδα να βρίσκαμε κανένα χωριανό στο καφενείο, αλλά και αυτό ερμητικά κλειστό. Μετά τις 5 το απόγευμα κανένας Ριζοκαρπασίτης δεν κυκλοφορεί.

Πέντε και πέντε το απόγευμα. Αποφασίσαμε να το ρισκάρουμε και να περάσουμε από τον κανονικό δρόμο ΡιζοκαρπάσουΓιαλούσας. Να δούμε και τα έργα που εκτελούνται. Πράγματι η ευθυγράμμιση του δρόμου στην περιοχή της Ποταμιάς και της Παναγίας της Ελεούσας είναι ένα έργο πολλών εκατομμυρίων. Εύχομαι αυτό να μην είναι ο προάγγελος της του θανάτου του Ριζοκαρπάσου για μας τους Καρπασίτες.

Με το μιλιοδείκτη να έχει καταγράψει 411 χιλιόμετρα και το ρολόι να δείχνει 7 και 20 το βράδυ, βρεθήκαμε πάλι ξανά στον προσφυγικό συνοικισμό όπου κατοικούμε (προσωρινά;)

 

Αιωνίως Ριζοκαρπασίτης

Μάρτιος 2010


 

[1] Κόκκινη ανεμώνα


 


English


Ελληνικοί Ραδιοσταθμοί
 

 


Οι εφημερίδες έγραψαν για το Ριζοκάρπασον


Σχολιάζουμε, Κρίνουμε, Επικρίνουμε



Ευρωπαϊκή Ένωση


Κυπριακή Δημοκρατία


Ανακοινώσεις


Έφηβος Βουλευτής



Πρώτο Κουδούνι


Γιάννης Μανιταράς



Κινηματογράφος Λουϊζιάνα

Για χρήση οποιουδήποτε περιεχόμενου επικοινωνήστε μαζί μας. © 2010 Copyright Εκδόσεις "ρο"
Επικοινωνία - Email
Επισκέψεις από: 11/10/1999