Αξιούμε!!!

Κάνε δική σου τη σελίδα μας.

Κύρια Σελίδα.

Εμείς...
Χάρτης
Ομιλίες
Έγραψαν...

Τα Σχολεία μας

Εκπαίδευση
Ενημέρωση
Δημοτικό & Νηπιαγωγείο
Γυμνάσιο
Τα παιδιά μας γράφουν

Δημογραφικά Στοιχεία
Κάτοικοι, Κοινοτικό Συμβούλιο, Σχολική Εφορεία

Μαθητές
Ιστορία
Ασχολίες Κατοίκων

Καταστροφή Πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Οι "Δικοί" μας Άγιοι
Χερσόνησος Αγίων

Απόστολος Ανδρέας (1)
Απόστολος Ανδρέας (2)

Άγιος Φίλωνας (1)
Άγιος Φίλων (2)
Άγιος Συνέσιος (1)
Αγ. Συνέσιος (2)
Αγία Φωτεινή
Μονή και Θαύματα του Απ. Ανδρέα
H Eπισκοπή Καρπασίας

Εγκλωβισμένοι
Το δράμα των εγκλωβισμένων
Οι εγκλωβισμένοι μας
Δολοφονίες, Ξυλοδαρμοί, Κλοπές
ΚΑΡΠΑΣΙΑ: Οι τελευταίοι των Ευρωπαίων εγκλωβισμένων
Μηνύματα Εγκλωβισμένων
Στο ευρωπαϊκό δικαστήριο οδήγησαν οι Ριζοκαρπασίτες τους Τούρκους

Τα δικά μας
Ριζοκαρπασίτικες Συνταγές
Συντυχάννετε (ομιλείτε) ριζοκαρπασίτικα;
Το χωρκόν μου
Ο καιρός στο Ριζοκάρπασον

Το Ριζοκάρπασον στη μνήμη μας
Σωματεία

Ιστορία
Γεωγραφία
Τοπωνυμία
Παραλίες
Μνήμες

Πρόσωπα
Οι Ριζοκαρπασίτες γράφουν
Χερσόνησος Ηρώων
Αγνοούμενοι
Γιάννης Μανιταράς

Το Μαρίν
Νάσα Παταπίου
Πάρις Αθανασιάδης
Γιάννης/Μαρία


Φωτογραφίες
Φωτογραφίες του χθες  (1)
Νέες ανέκδοτες μαθητικές φωτογραφίες  (2)
Νέες Ανέκδοτες φωτογραφίες  (3)
Ανέκδοτες φωτογραφίες  (4)
Νέες Φωτογραφίες  (5)
Νέες μαθητικές φωτογραφίες  (6)
Φωτογραφίες σήμερα (7)
Φωτογραφίες σήμερα (8)

Μαθητικές (9)

Εφημερίδα Ριζοκαρπάσου
Τεύχος 1
Τεύχος 2
Τεύχος 3

Τεύχος 4
Τεύχος 5

Τεύχος 6
Τεύχος 7
Τεύχος 8

Τεύχος 9


Άλλες ενδιαφέρουσες σελίδες
Τα κατεχόμενα μνημεία μας

Υπουργείο Παιδείας
Κώμα Γιαλού
Νέτα
Επισκοπή Καρπασίας
Lobby for Cyprus
Cypriot Federation

Nepomak
Rizokarpasso fc
Κατωκοπιά



Τηλεφωνικοί κατάλογοι:

ΑΤΗΚ (Κύπρου)

Ο.Τ.Ε (Ελλάδας)

Αρχείο

Οδοιπορώντας (4)

Τα μικρά κυκλάμινα μου, οι Γαλλοπορνήτισσες και ο Εσπερινός τ' Αγιού

Όταν έβλεπα τα παιδιά μου να είναι συνέχεια πάνω από τον υπολογιστή και να ασχολούνται με το Facebook, ένα νεοφανές διαδραστικό πρόγραμμα, διαμαρτυρόμουν και συνάμα διερωτόμουν τι κάνουν εκεί με τις ώρες. Φυσικά ποιος μ’ άκουγε. Έτσι από περιέργεια μια μέρα αποφάσισα να το διερευνήσω το πράμα και για να ανακαλύψω και γω τη «γλυκάδα» αυτού του πράγματος. Δεν δυσκολεύτηκα πολύ. Δημιούργησα το χώρο, έβαλα και μια φωτογραφία ενός κυκλάμινου και έδωσα το όνομα «Ριζοκάρπασον Κύπρος». Το όνομα αυτό ήταν η αιτία οι πρώτοι «φίλοι», έτσι αποκαλούν όσους συνδέονται μεταξύ τους, να είναι Ριζοκαρπασίτες και μάλιστα Ριζοκαρπασίτες μαθητές του Γυμνασίου Ριζοκαρπάσου. Φαίνεται ότι τα γραφούμενα και οι φωτογραφίες, όλες του Ριζοκαρπάσου, τους συγκινούσαν και γρήγορα τους έκανα όλους φίλους, πραγματικά φίλους. Σχεδόν κάθε βράδυ έχω πραγματικά την τιμή να «συνομιλώ» με τα κυκλάμινά μου, έτσι αποκαλώ όλους τους μαθητές του γυμνασίου μας, του Γυμνασίου Ριζοκαρπάσου. Η επιμονή μου όμως να υπογράφω με ψευδώνυμο ήταν η αιτία να τους δημιουργηθεί η απορία για το ποιος είμαι και να θέλουν να με συναντήσουν.

Φυσικά η χρήση του ψευδώνυμου «Αιωνίως Ριζοκαρπασίτης», ήταν η αιτία να δεχτώ και ανεπιθύμητα, σχόλια του τύπου: « … τζαι αν συνεχίσεις να βάζεις φωτογραφίες του χωρκού μου τζαι να το χρησιμοποιείς, εν νάβρεις τον πελά σου. Ως κάτοικος του Ριζοκαρπάσου δεν ανέχομαι να με χρησιμοποιούν εμένα τζια το χωρκόν μου… ναι είμαι μικρ… αλλά εν μπορείς να φανταστείς πόση απόγνωση νιώθω … τζαι εν ανέχουμαι κανένας να χρησιμοποιεί το χωρκόν μου που εγώ στερούμε την ζωή που κάμνουν σε άλλες περιοχές για να κρατήσω τον τόπο μου … τζαι η κυβέρνηση προσπαθεί με τρόπο να διώχνει τους νέους  που θέλουν να μένουν στο Ριζοκάρπασον … εν ανέχουμαι άγνωστους για μένα να χρησιμοποιούν το τις περιοχές μου» Για μένα το μήνυμα αυτό ήταν ένας κεραυνός. Κεραυνός αναμενόμενος όμως. Ήταν τα απωθημένα που δημιουργήσαμε σε όλα εκείνα τα νεαρά παιδιά εμείς που δεν φροντίσαμε να τους απαλύνουμε τον πόνο και την καταπίεση. Φυσικά όταν μετά η νεαρή έμαθε ότι ήμουνα και γω Ριζοκαρπασίτης και ότι αγαπούσα και γω τον τόπο μου όσο εκείνη, μου ζήτησε συγνώμη για να λάβει όμως την απάντηση ότι δεν δέχομαι την συγνώμη της, διότι αυτή δεν έφταιγε σε τίποτα και ότι εμείς πρέπει να τους ζητήσουμε συγνώμη για τα όσα μπορούσαμε να κάνουμε και δεν τα κάναμε γι’ αυτούς.

Είχα όμως και ευχάριστες «στιχομυθίες» του τύπου: «Τιμή μας εμάς που είμαστε Καρπασίτες τιμή μας που μείναμε εδώ, τιμή μας που κρατήσαμε ζωντανά τα σχολεία και τις εκκλησιές μας

Το «κρυφτούλι» κράτησε μερικούς μήνες. Τρεις μέρες πριν την γιορτή του Αγιού μας, τους έγραψα ότι σκέφτομαι να επισκεφθώ στο Ριζοκάρπασο.  Τότε όλα άρχισαν τις παρακλήσεις τους για να επισκεφτώ και το σχολείο[A1]  για να δουν ποιος είμαι. Έτσι ορίσαμε την ημερομηνία, 29 του μήνα για να πάμε και στον εσπερινό.

Εννέα η ώρα περίπου βρεθήκαμε έξω από το σχολείο. Όλοι στο μάθημα, στις τάξεις τους. Συνάντησα πρώτα την Καρπασίτισσα καθηγήτρια κ. Κτωρή η οποία μας καλωσόρισε και μας κάλεσε στην αίθουσα καθηγητών. Η Μαρία η επιμελήτρια του σχολείου μας κέρασε καφέ μέσα στην αίθουσα όπου και συναντήσαμε ακόμα μια καθηγήτρια, τη φιλόλογο κωμιάτισσα κ. Χ.  Είπαμε τα δικά μας, είπα και στην Μαρία τον λόγο της επίσκεψης μου. Σε μερικά λεπτά κτυπά το κουδούνι για το διάλειμμα. Δεν κρύβω πράγματι την αγωνία μου, έστω και για αυτό το ευχάριστο γεγονός. Μόλις κτύπησε το κουδούνι άφησα τον καφέ στην μέση και έκανα να βγω από την αίθουσα. Δεν πρόλαβα όμως και βρέθηκαν μπροστά μου οι καθηγητές που βρίσκονταν στις τάξεις. Τους χαιρέτησα όλους, γνωστοί οι περισσότεροι, αλλά με την Μαρία ποιο γνωστοί, λόγω μιας παλαιότερης συνεργασίας μας για μια εκδήλωση των  90χρονων του Γυμνασίου μας. Τη χαιρέτησα θερμά αλλά κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Με κατάλαβες της λέω, δεν είσαι ο Χ. από το Λεονάρισσο, μου λέει. Όχι Μαρία της λέω για σκέψου ακόμα λίγο. Αχ! λέει και με έσφιξε τόσο θερμά στην αγκαλιά της που όταν σε λίγο συνήλθαμε τα δάκρυα ήταν εμφανέστατα στα μάτια και των δυο μας. Ο λόγος που δεν με γνώρισε ήταν η γενειάδα  που άφησα λόγω του χαμού της γλυκύτατης συζύγου μου, συναδέλφισσας και γνωστή της Μαρίας. Είναι για αυτό που τα δάκρυα γέμισαν τα μάτια και των δυο μας. Η Μαρία ήταν μια από τις καθηγήτριες που μόλις άνοιξαν τα οδοφράγματα έτρεξαν στο Ριζοκάρπασο για να προσφέρουν δωρεάν μόρφωση στα καρπασιτόπουλλα υπό τη σκιά του κατακτητή. Είπαμε εκεί για λίγο τα δικά μας, πήρα τη φωτογραφική και έκανα έξω.  Παραδόξως οι λιγοστοί οι μαθητές μας, 14 όλοι και όλοι, ήταν χωρισμένοι στην αυλή του σχολείου. Στα ανατολικά της αυλής τους σχολείου με τους ψηλούς φοίνικες, τα πεύκα και την πανοραμική θέα, οι μαθήτριες και στα δυτικά οι μαθητές. Επειδή το προηγούμενο βράδυ είχα μια «στιχομυθία» με την Ελένη, την Ελένη που εγώ φυσικά γνώριζα από προηγούμενες μου επισκέψεις αλλά και λόγω της τις φιλίας μου με τον πατέρα της, αποφάσισα να πάω πρώτα εκεί. Τραβώ με όλη μου την σοβαρότητα κατά πάνω τους και σκουντώντας η μια την άλλη κάρφωσαν τα βλέμματα τους πάνω μου. Πλησιάζοντας σε απόσταση αναπνοής όντας πια βέβαιη, η Ελένη άρχισε να χοροπηδά και να λέει: Είσαι εσύ, είσαι εσύ, δεν είναι; Στην εσκεμμένη αργοπορία μου να απαντήσω επαναλαμβάνει: Είσαι εσύ που μας γράφεις αυτά στο Facebook. Χαμογέλασα και τότε με ένα χαμόγελο λέει η Ελένη στην διπλανή της: Είδες που στο έλεγα ότι είναι αυτός και ότι θα έρθει μια μέρα. «Γιατί έγραφες πως θα απογοητευτούμε που θα σας δούμε;» Με ρωτά. Τους είχα γράψει ότι μπορεί να απογοητευτείτε όταν θα με δείτε. «Νεαρά παιδιά είστε, θα περιμένατε κάποιο νεαρό να ασχοληθεί μαζί σας», τους είπα.

Είπαμε τα Καρπασίτικά μας, φωνάξαμε και τον Δημητράκη, τον αγαπητό μου. Ο Δημητράκης ήταν ο μοναδικός που είχε κατάλαβε ποιος είμαι κατά την συνομιλία μας στο  Facebook. Μου είπε τα νέα του πατέρα και των αδελφιών του. Δεν προλάβαμε να τελειώσουμε τις συνομιλίες μας και το κουδούνι μας διέκοψε. Κύριε κάνε κάτι να χάσουμε την επιθεώρηση, ήλθε επιθεωρητής σήμερα. Γρήγορα μέσα στις τάξεις σας, θα τα πούμε στον εσπερινό του Αγιού, τους είπα ψιλοστεναχωρημένος που δεν πρόλαβα να τραβήξω ούτε μια φωτογραφία. Δεν πειράζει είπα μέσα μου, το καινούργιο απόκτημα μου την φωτογραφική μου, θα την δοκιμάσω αλλού. Τα αξιόλογα τοπία του Ριζοκαρπάσου είναι άπειρα βρίσκονται παντού, είπα μέσα μου.

Χαιρετήσαμε τα παιδιά και αφού μπήκαμε στο αυτοκίνητο οδεύσαμε προς το μοναδικό ελληνοκυπριακό καφενείο του χωριού. Το γνωστό καφενείου το Α. Συνέση. Προσπαθήσαμε να σταθμεύσουμε στην πλατεία τη κωμόπολης μας αλλά δυστυχώς τα παράνομα κτίσματα στην πλατεία και τα έργα κάνουν οι έποικοι στην πλατεία και στο δρόμο μας ανάγκασαν να αναζητήσουμε χώρο στην νότια πλευρά προς τη Δημοτική αγορά. Σταθμεύσαμε και κατευθυνθήκαμε στο καφενείο μας με την φωτογραφική ανά χείρας. Ανεβαίνοντας τα πρώτα σκαλιά που βρίσκονται στη νοτιοδυτική πλευρά του καφενείου συνάντησα το ένα τέλειο θέαμα, τέλειο για φωτογράφιση. Ο Αχιλλέας και ο Γιώργος κονταροχτυπιούνται στο τάβλι, με τον Γιώργο να πετυχαίνει, μόλις τελειώσαμε την χειραψία μας, τούπεσιη -από την τούρκικη λέξη beş που σημαίνει πέντε- έριξε πεντάρες δηλαδή και με τον Αχιλλέα να σηκώνει τους ώμους του και να αναρωτιέται.

Αποθανάτισα τον αγώνα και τις Ριζοκαρπασίτικες μορφές απ’ όλες τις γωνιές. Ενώ οι συνοδοί μου τράβηξαν μέσα στο καφενείο, εγώ πήρα την γνωστή σε όλους μας καρέκλα που είναι καμωμένη από ξύλο συκαμιάς και από φλούδι των ποταμών για να καθίσω. Δεν πρόλαβα όμως να καθίσω και με φώναξαν από μέσα. Ήταν ένας συγγενής μου με την σύντροφο του, τον χαιρέτησα είπαμε τα δικά μας. Η κουβέντα το έφερε στα μαχαίρια των χασάπηδων. Τα χασαπομάχαιρα με τις λαβές από άσπρο κόκκαλο βοδιού στις χειρολαβές. Ήταν  πανέμορφα, έμοιαζαν  με τα κρητικά μαχαίρια, και τα χρησιμοποιούσαν οι κασάπηδες μας στα κασαπιά της δημοτικής αγορά μας.

Στην παρέα μας μπήκε άλλος κύριος, άγνωστος για μένα. «Ριζοκαρπασίτης;» του λέω. «Όχι φίλος του Ριζοκαρπάσου, είμαι ο νουνός του Πανίκκο της κυρίας Ιουλίας». «Καλώς όρισες στο Ριζοκάρπασον, του είπα». «Α… μου λέει, είναι τρεις μέρες που μένω εδώ μένω στον βαφτιστικό μου. Είναι και η σύζυγος μου και την άφησα με τη κυρία Ιουλία, ήταν έτοιμες να φουρνίσουν τες σιηννόπιττες». «Πριν πόση ώρα», ρώτησα. «Πριν δέκα λεπτά», μου απάντησε. «Χαίρετε, χάρηκα ίσως σας δω πιο μετά, έφυγα φεύγω για την κυρία Ιουλία θέλω να προλάβω να καταγράψω την διαδικασία με τη φωτογραφική μου», τους είπα. Σε πέντε λεπτά ήμουν εκεί. Έξω στην αυλή ήταν η σύζυγος του κυρίου στο καφενείο. «Ψήθηκαν οι σιηννόπιττες»; της λέω. Η γυναίκα σάστισε, ποιος είσαι εσύ και πως ξέρεις ότι κάνουμε σιηννόπιττες εσύ ένας άγνωστος, θα σκέφτηκε η άγνωστη και σε μένα κυρία. Χαριτολογώντας της εξήγησα ότι συναντηθήκαμε με τον σύζυγο της και μου είπε για τις σιηννόπιττες. Μπήκα μέσα, συνάντησα την κυρία Ιουλία, με αγκάλιασε την αγκάλιασα, τη φίλησα και με φίλησε. Της είπα την αλήθεια, ότι δηλαδή δεν σκόπευα να πάω εκείνη τη στιγμή να τη δω αλλά σκόπευα να το κάνω μετά τον Εσπερινό. Το γεγονός όμως ότι έμαθα τα νέα με το φούρνισμα έτρεξα. Απογοητεύτηκα όμως που το φούρνισμα δεν ήταν στον παραδοσιακό φούρνο αλλά στη γνωστή σόμπα. Ας είναι όμως τράβηξα τις φωτογραφίες πήρα και το παξίσιην, μου 5-6 σιηννόπιττες μέσα στο σακουλάκι, ήπια ένα ποτήρι νερό και ανάφερα ότι βιάζομαι να πάω να φωτογραφίσω την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου που βρίσκεται λίγα μέτρα ποιο πάνω από το σπίτι της θείας Ιουλίας. «Είναι εδώ το κλειδί αν θέλεις να μπεις μέσα», μου είπε η κ. Ιουλία. «Βεβαιότατα θα το πάρω, δώστο μου σε παρακαλώ και μόλις τελειώσω θα το φέρω πίσω», είπα. Το πήρα και με τα πόδια μου να μην αγγίζουν κάτω, σε ένα λεπτό με ευλάβεια και αγωνία, αφού έβαλα το σταυρό μου, ξεκλείδωσα τη βαριά κλειδαριά. Είχα να μπω σ’ αυτή την εκκλησία πάνω από σαράντα χρόνια.

Βρίσκεται στη βόρεια πλευρά του κυρίου δρόμου που διασχίζει το Ριζοκάρπασο,  200 μέτρα πριν από την εκκλησία του Αγίου Συνεσίου. Έχει εξωτερικές διαστάσεις πλάτος 18 πόδια και μήκος 26,  2,5 περίπου πόδια είναι η εξοχή του Ιερού. Η μοναδική είσοδος είναι στη δυτική πλευρά. Η πόρτα είναι διπλόφυλλη με ξύλινους μεντεσέδες, ξύλινο ανώφλι και μαντάλια. Πάνω από την πόρτα υπάρχει ένας στενόμακρος φεγγίτης σε οβάλ σχήμα. Στο τέρμα της κορυφής της σκέπης, η οποία καλυμμένη με εφτά σειρές κεραμίδια στην κάθε πλαγιά, συνεχίζει να στέκει ακριβώς  πάνω από τα φεγγίτη εις πείσμα των κατακτητών, ο σταυρός, ύψους μισού μέτρου. Η εκκλησία είναι κτισμένη με πελεκητές τετραγωνισμένες χαβαρόπετρες και σοβατισμένη από μέσα και έξω με γυψοσοβά. Στο εσωτερικό διακρίνουμε δύο καμάρες στην κάθε πλευρά βόρεια, νότια που εξέχουν από μέσα. Στο κέντρο και του βόρειου και νότιου τοίχου, υπάρχει μια εσωτερική κολώνα πάνω στην οποία στηρίζεται η δεξιά και αριστερή καμάρα. Η μεν δεξιά της βόρειας καταλήγει στο Ιερό, η δε αριστερή καταλήγει στο δυτικό τοίχο. Αντίστοιχη υπάρχει και στη νότια πλευρά. Ένα θαυμάσιο εικονοστάσι με ένα ωραίο σκαλιστό τέμπλο από πάνω, χωρίζουν μαζί  το Ιερό από τον κυρίως ναό.
Δεξιά της Ιεράς πύλης η οποία είναι καλυμμένη με κόκκινο βελούδινο πανί το οποίο κοσμούν 3 τρεις κεντημένοι σταυροί, υπάρχουν θέσεις για δυο εικόνες ενώ αριστερά μια θέση για εικόνα και μια θύρα για είσοδο των λαϊκών στο Ιερό. Και στις 3 τρεις θέσεις υπάρχουν εικόνες. Πάνω από τις εικόνες και τις πύλες υπάρχουν κενές θήκες μικρών εικόνων, το λεγόμενο Δωδεκάπορτο. Από πάνω υπάρχουν άλλες δέκα θέσεις μικρών εικόνων του ιδίου μεγέθους. Οι θέσεις αυτές ονομάζονται Απόστολοι. Πάνω από τους Απόστολους εκτείνεται ένα θαυμάσιο ξυλόγλυπτο τέμπλο, πάνω στο οποίο είναι στερεωμένοι 5 αετοί πάνω στους οποίους κρεμάνε τα καντήλια. Σήμερα κρέμονται μόνο δυο ασημένια καντήλια, ένα για την εικόνα δεξιά της Ιεράς πύλης και ένα για την εικόνα  που βρίσκεται δεξιά της πύλης. Πάνω στις θέσεις των Αποστόλων υπάρχουν μόνο δυο εικόνες στην 5η και 6η θέση ακριβώς πάνω από το Ιερό. Πάνω στο ξύλινο τέμπλο υπάρχουν επίσης ο ξυλόγλυπτος σταυρός και δεξιά και αριστερά οι ξύλινες θέσεις για τις εικόνες των ληστών. Στην δεξιά γωνία του εικονοστασίου, έξω από το Ιερό, υπάρχουν αρκετά κέρινα αφιερώματα.Το πάτωμα είναι μαρμάρινο από τεχνητό μάρμαρο 25
x25 εκατοστά.

Αφού τελείωσε η επίσκεψη στον Άη Γιώργη, κατηφόρισα ξανά στην κυρία Ιουλία για να παραδώσω το κλειδί. Τους χαιρέτησα βιαστικά, έδωσα ένα γλυκό φιλί στο ξανθό εγγονάκι της και έκανα να βγω της πόρτας. Στην είσοδο με πρόλαβαν δυο νεαρές κοπέλες με ένα μικρό βρέφος στο χέρι της μιας. Άγνωστα πρόσωπα για μένα, μα κοντοστάθηκα. Κοντοστάθηκα όντας σχεδόν  βέβαιος ότι θα γνώριζα δυο νέες εγκλωβισμένες συγχωριανές. Οι νεαρές, μαζί με την κυρία Ιουλία και τη νύφη της κάθισαν.  Διακριτικά, όσο μπορούσα, αφού ήμουν στο ίδιο δωμάτιο, ρώτησα την κυρία Ιουλία αν είναι συγχωριανές μας. «Όχι», μου λέει, «είναι από την Γαλλόπωρνα», έτσι λέμε εμείς οι Ριζοκαρπασίτες το αμιγές Τουρκοκυπριακό χωριό Γαληνόπωρνη, δηλαδή γαλήνιο πωρνό και εννοούμε πρωινό. Άρπαξα την ευκαιρία για κουβέντα μιας και μιλούσαν άπταιστα τα Ελληνικά και τους αυτοσυστήθηκα. «Πριν τον πόλεμο», συνέχισα, «ήξερα ένα ηλικιωμένο μικροκαμωμένο συγχωριανός σας, τον λέγανε Γιασούφη. Κάθε χρόνο το Πάσχα ερχόταν με το γαϊδουράκι του φορτωμένο με ένα κοφίνι καραόλους και σχεδόν τον ξεπουλούσε ο πατέρας μου, άρεσαν σε όλους μας οι καραόλοι και ο πατέρας αγόραζε αρκετές οκάδες. Κάποιοι κακεντρεχείς μάλιστα διέδιδαν ότι τους μάζευε από τα νεκροταφεία. Πάντοτε με πολύ ευγενικό τρόπο ζητούσε από τη μητέρα μου να του δώσει καμιά φλαούνα. Η μάνα μου του έδινε 2-3 και μερικά κουλούρια της αναρής και του έλεγε ρε… Γιουσούφη να πάρεις τζαι τίποτε της Σουλτάνας σου, όϊ να τις φάεις ούλες εσού. Ενίοτε αν ήταν Κυριακή που βάζανε οφτόν της τερατσιάς επισκεπτόταν τον πατέρα μου στην Δημοτική αγορά όπου υπήρχαν φούρνοι για να πάρει οφτόν και να καθίσει εκεί να φάει».

Όταν τους ανέφερα όλη αυτή την ιστορία δεν μπορείτε να φανταστείτε των ενθουσιασμό των νεαρών, η μια μάλιστα μου περιέγραψε ένα γέρο που ήξερε με το ίδιο όνομα και που ασχολείτο με τους καραόλους, πέθανε πριν καμιά δωδεκαριά χρόνια είπε.

Καλή η κουβέντα, αλλά ο χρόνος περιορισμένος, ξανά ένα φιλί στο μικρό ξανθούλι και πήρα την άγουσα για να συναντήσω τους συνοδούς μου. Το μυαλό μου όμως ψιλοσάλεψε. Οι στιγμές που έζησα προηγουμένως με προβλημάτισαν και σκαφτόμουν μέσα μου πόσο διαφορετικά θα ήταν η πολιτική κατάσταση αν δεν υπήρχαν οι Δούρειοι ίπποι που μας φανάτισαν και μας έφεραν σε αντιπαράθεση με αυτούς τους ανθρώπους. Η οικειότητα και η ειλικρίνεια με τις οποίες συζήτησα, έστω και για λίγα λεπτά με τις τουρκοκύπριες με έκαναν να πάω στην εποχή του τουρκοκύπριου Γιουσούφη, που τίποτα δεν τον εμπόδιζε να επισκέπτεται, να συνομιλεί και να συναλλάσσεται με ένα ελληνοκύπριο. Τίποτα δεν τους χώριζε, παρά μόνο τους ένωνε η ανάγκη της ανταλλαγής προϊόντων αλλά και η φιλία που τους έδενε χρόνια. Γιατί ο Γιάννης να μισεί τον Γιουσούφη που σε τίποτα δεν τον ενόχλησε και το αντίθετο φυσικά.

Με όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό και οδηγώντας, συνάντησα τους συνοδούς μου που με περίμεναν στο καφενείο. Μπαίνουν μέσα στο αυτοκίνητο και κατευθυνόμαστε για τον επόμενο «στόχο».

Ο γέρο Λούκας είναι ένας εγκλωβισμένος κοντά 90 χρόνων. Πριν κανένα χρόνο έχασε την σύντροφο του. Παιδιά δεν είχαν και έτσι είχε δυο επιλογές ή να εγκαταλείψει το σπίτι στο χωριό και να περάσει στις ελεύθερες περιοχές να μπει σε κανένα γεροκομείο ή να βρει κάποιο άτομο να τον φροντίζει και επειδή όπως είπαμε δεν είχε παιδιά, έπιασε έστω και αργά το νόημα της ζωής, αγόρασε μια μαύρη μερσεντές, πήρε ένα Σριλακένζο οδηγό και την περνά χάρμα. Τώρα θα μου πείτε πόσο χάρμα μπορεί να περνά ένας ηλικιωμένος ενενηντάρης εγκλωβισμένος. Είπαμε όμως, υπό τας περιστάσεις.

Συγκινήθηκε όταν μας είδε και ζήτησε από τον φροντιστή, ο οποίος εκείνη τη στιγμή σφουγγάριζε τον ηλιακό να φέρει καρέκλες για να καθίσουμε. Εγώ παρά την προτροπή να καθίσουμε,  του προτίμησα να μην καθίσω, άρπαξα την φωτογραφική κα άρχισα να τραβώ φωτογραφίες του παλιού τότε αρχοντικού του, ένα από τα λίγα τότε σπίτια με ανώγι. Το σπίτι του είναι ένα μακρινάρι με δυο μεγάλα δωμάτια, άλλο ένα μικρότερο στα αριστερά και ένα πάλι μικρό ανώγι. Η κεντρική είσοδος είναι στο βορρά. Η αυλή είναι καμαροσκέπαστη με πέντε καμάρες στη σειρά. Στη μια κολώνα των καμάρων υπάρχει και η ανάγλυφη ημερομηνία κατασκευής της κατοικίας 1921. Σχολιάζοντας μάλιστα την ημερομηνία μου είπε ότι είναι λάθος η ημερομηνία. Το σπίτι είπε, είναι πιο πριν χτισμένο. Η στέγη της βεράντας, αλλά και του υπόλοιπου σπιτιού, είναι από τσιμεντένια πλάκα στηριγμένη πάνω σε βολίτζια, άστες και μαζιά. Έτσι καλούπωναν τις στέγες πρώτα, είτε ήταν με χώμα είτε με τσιμέντο. Έβαζαν δηλαδή τα βολίτζια πρώτα και τα στερέωναν πάνω στη νευκά η οποία με τη σειρά της στερεωνόταν με τον στύλο και το κεφαλόστυλο. Πάνω από τα βολίτζια τοποθετούσαν άστες, δηλαδή μικρά στενόμακρα ξύλα τα οποία αφού έσχιζαν πιο χοντρά κομμάτια αουρατιάς τα πελεκούσαν και τα έφερναν στο σχήμα και μέγεθος που ήθελαν. Πολλές φορές αντί άστες χρησιμοποιούσαν καλάμια. Πάνω από τις άστες μετά τοποθετούσαν μαζιά τα οποία αφού πρώτα μούσκευαν με νερό τα πλάκωναν με διάφορα ξύλα και πέτρες για να συμπιεστού, να γίνουν πυκνά και να συγκρατούν τον πηλό.  Και εδώ σε μερικές περιπτώσεις αντί μαζιά έβαζαν οβκό. Νεκρά φύκια της θάλασσας δηλαδή. Στη δυτική πλευρά υπάρχει το στόμιο του φούρνου που βρίσκεται πίσω από το δυτικό τοίχο της καμαροσκεπής. Ακριβώς δεξιά του φούρνου στέκει ακόμα αντέχοντας στο χρόνο και στα χέρια των καπήλων, ένα δίινο σιεράλετρο το οποίο παλιά σερνόταν από τα βόδια. Ήταν το αλέτρι το οποίο αντικατέστησε το μονόινο ξύλινο αλέτρι.

Το σπίτι του κ. Λούκα έχει μια θαυμάσια θέα προς τη βόρεια πλευρά του Λεκού και της Ανάβρυσης. Ήταν το σημείο που με βοήθησε να πάρω ωραιότατες φωτογραφίες με τον τηλεφακό. Απέναντι ακριβώς από τη φραχτή του Λούκα με τις πορτοκαλιές και το κολοκάσι το οποίο συνεχίζει να ποτίζει με τους κατεατούς όπως πρώτα και σε απόσταση περίπου 200 μέτρα στέκει το σπίτι του Κούκλο. Θεός σχωρέσει τον, πρέπει να ήταν πολύ όμορφος για να τον ονομάσουν Κούκλο. Είδα να μπαινοβγαίνουν 3-4  βρακοφορούσες γυναίκες. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι πρόκειται για εποίκους.  Και αυτό το σπίτι είναι ένα από τα καμιά δεκαριά καμαροσκέπαστα μακρυνάρια που συναντούμε στο Ριζοκάρπασο. Αυτό φαντάζει πιο αρχοντικό. Είναι μεγαλύτερο και έχει εφτά καμάρες.

Όταν ο καφές ήταν έτοιμος με φώναξαν, επιτακτικά ετούτη τη φορά, να πάω να καθίσω να πιω τον καφέ. Γύρισα να πάω για τον καφέ μα ο πειρασμός της θέας ολόκληρης πετροσειράς που διαχώριζε την περιουσία του ενός Ριζοκαρπασίτη αυτό τον άλλο, με έκανε να τραβήξω ακόμα μερικές φωτογραφίες αυτές τις όρθιες πελώριες πέτρες. Πρέπει να έχουν ύψος ένα μέτρο και πλάτος 65-70 πόντους και πάχος 30. Στο Ριζοκάρπασο συναντάς τέτοια τοιχάρια σε πάρα πολλά κτήματα.

Ήπιαμε τον καφέ  αποχαιρετιστήκαμε με τον κ. Λούκα και πάλι για την επόμενη εξόρμηση. Είχα τάξει σε μια καλή μου φίλη να της φωτογραφίσω το σπίτι της. Έτσι τουγρού, κατά που λεν κ’ οι Τούρκοι, προς τον δρόμο που οδηγεί στον Ταμαθκιόν, εκεί βρισκόταν το σπίτι που θα φωτογράφιζα. Είπαμε όμως πρώτα να περάσουμε και από τον δρόμο της γιαγιάς Ζάννενας. Το σπίτι της βρισκόταν στην ίδια γειτονιά με αυτό του Λάμπη Φαλά. Δυστυχώς ούτε σπίτι Ζάννενας ούτε του Φαλά είδαμε. Τα ισοπέδωσαν, τα έκαναν οικόπεδο, στέκουν μόνο μερικά δέντρα από τα πλούσια τότε περιβόλια με εσπεριδοειδή. Περάσαμε από το σπίτι της Πιτούρας, του Ττουλά, ανηφορίσαμε βόρεια, περάσαμε από το σπίτι του Χριστόδουλου  Πολυκάρπου (Κουρκουτά) και στρίψαμε δεξιά. Στα αριστερά μας τα σπίτια του Αγιού, δεξιά υπήρχε κάποτε το περίφημο περιβόλι του τ’ Άγιου γεμάτο με πορτοκαλιές και λεμονιές. Σήμερα δεν στέκει ούτε ένα δέντρο. Στο τέρμα του συγκροτήματος του Αποστόλου Αντρέα και στην απέναντι πλευρά του δρόμου μέχρι πριν 3 τρία χρόνια έστεκε εκεί στην δεξιά πλευρά του δρόμου η βρύση τα’ Αγιού ένα χτίσμα με τρεχούμενο νερό. Τους ενόχλησε κ’ αυτό και το κατεδάφισαν.  Άμα δεν «παράγεις» πολιτισμό, δεν ξέρεις ούτε και να τον φυλάς ούτε να τον προβάλλεις. Ένας απολίτιστος άνθρωπος ή λαός δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί την πολιτιστική αξία ενός αντικειμένου ή ενός χτίσματος. Ανεβαίνει στην μπουλντόζα και αλόγιστα το κατεδαφίζει. Φυσικά την κατεδάφιση μπορεί να την κάνει και για ένα άλλο λόγο. Να κατεδαφίσει πολιτισμό για να εξαφανίσει λαούς και ιστορία. Καμιά φορά όμως, έξυπνα σκεπτόμενος τον συντηρεί και τον καπηλεύεται.

Απέναντι ακριβώς από τη κενή σήμερα θέση της βρύσης υπάρχει ένας ανηφορικός στενός δρόμος. Στην γωνιά δεξιά του, είναι το σπίτι των Οικονομίδιδων. Μέσα εκεί, σε μεγάλη ηλικία σχεδόν 80 χρόνων, ο Γιάννης Σταυρινός Οικονομίδης έγραψε μερικά από τα θαυμάσια συγγραφικά του έργα όπως το «Ο Γιατρός ο Λάσος» και το «Μέσα στα πεύκα». Σήμερα το σπίτι αυτό αναπαλαιώθηκε με μάλλον ορθό τρόπο. Είχα την ευκαιρία, πριν 4-5, χρόνια όταν άρχισαν την αναπαλαίωση να το επισκεφθώ. Σήμερα έχει μια ψηλή περίφραξη απροσπέλαστο ακόμα και στα μάτια.

Ανηφορίσαμε το δρόμο για να βρεθούμε στη πίσω πλευρά της εκκλησίας του Αρχαγγέλου, μιας εκκλησίας που είναι η τέταρτη σε μέγεθος μετά τον  Απόστολο Αντρέα, Άγιο Συνέσιο, και Αγία Τριάδα. Η μόνη διαφορά είναι ότι η εκκλησία αυτή δεν φέρει καμπαναριό.

Προχωρώντας βρεθήκαμε στο δρόμο, που αριστερά οδηγεί στο κτίριο του Γυμνασίου  Ριζοκαρπάσου και δεξιά στην τοποθεσία Τομαθκιός όπου είναι και το ντεπόζιτο του υδραγωγείου της κωμόπολης μας. Στα αριστερά μας αμέσως υπάρχει ένα διώροφο σπίτι. Ήταν του μάστρε Κατσαντώνη, του πρωτομάστορα οικοδόμου του Ριζοκαρπάσου. Μερικά μέτρα ποιο κάτω, στη δεξιά πλευρά του δρόμου το διώροφο νεόκτιστο τότε σπίτι μιας φίλης μου. Κοιτάζοντας το έφερα στο μυαλό μου τη φανταστική θέα που μπορείς να ατενίσεις από το μπαλκόνι του. Στο βορρά, να απλώνεις το χέρι και να χαϊδεύεις την θάλασσα του Αγίου Φίλωνα, της Αρχαίας Ουρανίας και Καρπασίας. Στα δυτικά ν’ αγναντεύεις όλο σχεδόν το χωριό, νότια να κολυμπάς μέσα στην πάλε ποτέ καταπράσινη από πορτοκαλεώνες κοιλάδα του Λεκού. Τέλος ανατολικά ν’ αγναντεύεις το ποιο ψηλό βουνό του Ριζοκαρπάσου το Ράνι.

Πήρα τις φωτογραφίες που ήθελα και στρίψαμε αριστερά. Περιδιαβάσαμε ακόμα λίγες περιοχές της βορειοανατολικής πλευράς της ενορίας της Αγίας Τριάδας και πρόσω ολοταχώς για μια παραλία του νότου προς τον Απόστολο Αντρέα. Λίγο μετά το στένωμα τ’ Ανικολά  στρίψαμε δεξιά, ήταν 12:30. Διαλέξαμε μια ωραία πλάντζα πάνω στα κύματα της θάλασσας και ανοίξαμε τις τσάντες με το φαΐ μας, ελιές αρτιστές, ντομάτες, αυγά βραστά, ρόκα, και κόλιανδρο. Το ποιο γλυκό φαΐ της χρονιάς. Φάγαμε, μάλλον βιαστικά διότι ο χρόνος πίεζε, έπρεπε να ψάξουμε για σχίνους, να φωτογραφίσω ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι στη περιοχή όπου είχα εντοπίσει παλαιότερα κάτι για μένα σημαντικό. Παρότι χάλασαν την στέγη για να αφαιρέσουν τα βολίτζια, εντούτοις ένα σημαντικό κομμάτι έστεκε στον τοίχο δίπλα ακριβώς από την νισκιάν που βρισκόταν στον ανατολικό τοίχο του δυτικού δωματίου. Είχε δυο δωμάτια και στην δεξιά πλευρά του πρώτου έστεκαν ακόμα δυο τσιπινιές. Το κτήριο αυτό από τα χαρακτηριστικά του συμπέρανα ότι είναι κτίσμα του 19ου αιώνα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη ότι οι τσιπινιές αυτές είχαν στο κάτω μέρος τους τα ίδια ανάγλυφα σχέδια (στήλες, λουλούδια και πουλιά) με αυτά της κουζίνας του σπιτιού μου η οποία κτίστηκε το 1961 από τον Μάστορα Κατσαντώνη, συμπεραίνω ότι αυτές έγινα μάλλον αργότερα και από τον ίδιο μάστορα, τον Κατσαντώνη.

Κατά τις δυο η ώρα είχαμε τελειώσει από το μάζωμα των σχίνων τους οποίους προορίζαμε για σχινόπιττες αλλά και λουκάνικα και από τη φωτογράφιση των κειμηλίων μου. Έτσι αποκαλώ αυτά τα ευρήματα μου. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ολόισια για τον Άγιο. Στο δρόμο στο έξω Μακρού εμφανίστηκαν στο δρόμο δεξιά και αριστερά μια εικοσαριά τετράποδα «αδέλφια» μας, μεταξύ τους και τρεις σιερκάες. Αναγκαστική στάση να περάσουν τα ζώα τα οποία αγνοούσαν παντελώς την εκεί παρουσία μας. Αμέσως η φωτογραφική πήρε φωτιά. Πόζα ο ένας, πόζα ο άλλος, πόζα ολόκληρη η παρέα, τράβηξα καμιά 20αριά φωτογραφίες. 2:15 παρκάραμε στη κατεστραμμένη από τους Τούρκους με χρηματοδότηση της UNOPS πλατεία του Αποστόλου Αντρέα. Λιγοστά ακόμα τα αυτοκίνητα, κατηφορίσαμε προς την εκκλησία. Δεξιά στέκουν ακόμα εις πείσμα όσων πιστεύουν ότι θα μετακινηθούν, οι έποικοι πραματευτάδες που προσπαθούν να μας πουλήσου ακόμα και εικονίσματα με τη μορφή του Απ. Ανδρέα. Πρώτοι γνωστοί ο Λευτέρης και ο Άντρος, κάθονταν σε ένα παγκάκι αριστερά από την πόρτα της εκκλησίας.  Μόλις μας είδαν σηκώθηκαν να μας καλωσορίσουν. Βάλαμε το σταυρό μας και μπήκαμε στην εκκλησία, ανάψαμε τα κεριά μας και κατευθυνθήκαμε προς τον πάτερ Ζαχαρία ο οποίος βρισκόταν στο συνηθισμένο πόστο του στην βορειοδυτική πλευρά του κυρίως ναού. Καθόταν εκεί και έγραφε τις Γιορτές των γιορτάριδων. Τον χαιρέτισα έγραψα και γω τη γιορτή μου και κατευθύνθηκα προς το εικονοστάσιο για να προσκυνήσω, όπως όλος ο κόσμος, τις άγιες εικόνες.

Τελείωσα και πήρα το πόστο μου αριστερά από τον επισκοπικό θρόνο, ένα θαυμάσιο σκαλιστό αριστούργημα του 19ου αιώνα. Με βόλευε εκεί γιατί θα μπορούσα να αποθανατίσω όλους τους Ριζοκαρπασίτες που άναβαν τα κεριά τους αλλά κυρίως τις στιγμές  που εναπόθεταν τα πρόσφορα τους στο τραπέζι για να τα ευλογήσει ο ιερέας. Ένα τραπέζι δεν ήταν αρκετό και επιστρατεύτηκε και δεύτερο. Από τα όλα εκείνα τα πρόσφορα ξεχώριζαν 2-3 πεντάρτια με Ριζοκαρπασίτικα χαρακτηριστικά. Ολόασπρα, γυαλιστά, ζυμωμένα με το χέρι από ψιλό ριζοκαρπασίτικο σιμιγδάλι,  με τύπωμα στα πρόσφορα από το μικρό τετράγωνο τυπάρι με την επιγραφή ΙC ΧΡ ΝΙ ΚΑ, Ιησούς Χριστός Νικά, δηλαδή. Στο πρόσφορο της Γιορτής το τύπωμα ήταν διαφορετικό. Πέντε τυπώματα σε σχήμα σταυρού με μια μικρή τρυπούλα από ξυλάκι στη κάθε του γωνιά για να τονίζει το σχήμα του σταυρού. Πάνω στη Γιορτή ήταν γραμμένα και τα ονόματα του εορτάζοντα, «Ανδρέα Κοτσιεκκάς», με μπλε πέννα. Είναι από αυτό το κομμάτι που ο ιερέας θα βγάλει τη μιρία (μερίδα) για να δώσει στον εορτάζοντα.

Χαρακτηριστικές οι φιγούρες των Ριζοκαρπασιτών που κατέφθαναν με τα πρόσφορα τους. Είναι αυτές οι εικόνες που έστρεφαν την μνήμη μου πίσω, περισσότερα από 36 χρόνια. Τότε που δεν τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλακώνει η σκλαβιά, σ’ αντιπαράθεση όσα λέει ο εθνικός μας ποιητής.

Σε λίγο έμελε να εξελιχθεί άλλη μια παρόμοια εικόνα σαν αυτή στο Γυμνάσιο. Στην αντικρύ πλευρά εντόπισα μια Ριζοκαρπασίτισα εκπαιδευτικό, σήμερα διευθύντρια σε Γυμνάσιο στην Λευκωσία. Ήταν η γυμναστικός Ήβη Ξιουρή. Την πλησίασα και ενώ άπλωσα τα χέρια μου να την χαιρετήσω, έμεινε σαν στήλη άλατος να με κοιτάζει. Πράγματι εκείνη τη στιγμή ένιωσα και γω μια αμηχανία, νόμιζα πως δεν με αναγνώρισε, έκανα όμως λάθος. Απλά προσπαθούσε να καταπνίξει την συγκίνηση της. Είχε τα τελευταία χρόνια δουλέψει μαζί με την αείμνηστη σύζυγο μου. Δεν μπόρεσε να κρύψει τα δάκρυα που έβρεξαν τα μάτια της. Με αγκάλιασε και με έσφιξε συγκινητικά στην αγκαλιά της. Βούρκωσαν και τα δικά μου μάτια και το μόνο που της ψέλλισα ήταν: «Πως είσαι, είσαι καλά;»

Δίπλα ακριβώς και πάνω σ’ ένα υπερυψωμένο σκάμνο, καθόταν μια σεβαστή και λεπτοκαμωμένη φιγούρα. Σκούπισα τα δάκρυα μου και γύρισα προς το μέρος του. «Σας χαιρετώ κ. Λάγιε, καλώς ορίσατε ξανά στο Ριζοκάρπασο». Ήταν ο κ. Λάγιος, πρώην καθηγητής γυμναστικής στη 10ετία του 60, στο γυμνάσιο Ριζοκαρπάσου. Αγάπησε το Ριζοκάρπασο τόσο πολύ που έγινε γαμπρός του. Παντρεύτηκε τη θυγατέρα του Λάμπη Φαλά προύχοντα  της κωμόπολης μας. Χαιρετιστήκαμε ανταλλάξαμε θερμές κουβέντες αλλά μας διέκοψε το «Ευλογητός ο Θεός ημών…» Η λειτουργία του Εσπερινού άρχισε. Όλοι οι πιστοί σταυροκοπήθηκαν και με ευλάβεια και κατανυξη παρακολουθούσαν τον οικονόμο Παπαζαχαρία να ψάλει το απολυτίκιο του Αποστόλου Ανδρέα: “Ως των Αποστόλων πρωτόκλητος και του κορυφαίου αυτάδελφος του Δεσπότη των όλων, Ανδρέα, ικέτευε ειρήνη την οικουμένη δωρήσασθε και ταις ψυχές ημών το μέγα έλεος”

Προσευχηθήκαμε όλοι, ακολουθήσαμε τη λιτή και περάσαμε κάτω από την Αγία εικόνα  του Αγιού μας. Η ώρα ήταν περασμένες τέσσερις, κουβεντιάσαμε με αρκετούς συγχωριανούς εγκλωβισμένους αλλά και προσκυνητές σαν εμάς. Όλοι σκεφτικοί και συλλογισμένοι. Μέσα στο μυαλό όλων μας συνέχιζε να πλανάται ένα μεγάλο γιατί. «Γιατί Απόστολε Ανδρέα μας επέτρεψες σ΄ αυτούς τους αλλόθρησκους να αλώσουν το σπίτι σου;»

Αιωνίως Ριζοκαρπασίτης
Δεκέμβριος
2010

 


English


Ελληνικοί Ραδιοσταθμοί
 

 


Οι εφημερίδες έγραψαν για το Ριζοκάρπασον


Σχολιάζουμε, Κρίνουμε, Επικρίνουμε



Ευρωπαϊκή Ένωση


Κυπριακή Δημοκρατία


Ανακοινώσεις


Έφηβος Βουλευτής



Πρώτο Κουδούνι


Γιάννης Μανιταράς



Κινηματογράφος Λουϊζιάνα

Για χρήση οποιουδήποτε περιεχόμενου επικοινωνήστε μαζί μας. © 2010 Copyright Εκδόσεις "ρο"
Επικοινωνία - Email
Επισκέψεις από: 11/10/1999