Αξιούμε!!!

Κάνε δική σου τη σελίδα μας.

Κύρια Σελίδα.

Εμείς...
Χάρτης
Ομιλίες
Έγραψαν...

Τα Σχολεία μας

Εκπαίδευση
Ενημέρωση
Δημοτικό & Νηπιαγωγείο
Γυμνάσιο
Τα παιδιά μας γράφουν

Δημογραφικά Στοιχεία
Κάτοικοι, Κοινοτικό Συμβούλιο, Σχολική Εφορεία

Μαθητές
Ιστορία
Ασχολίες Κατοίκων

Καταστροφή Πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Οι "Δικοί" μας Άγιοι
Χερσόνησος Αγίων

Απόστολος Ανδρέας (1)
Απόστολος Ανδρέας (2)

Άγιος Φίλωνας (1)
Άγιος Φίλων (2)
Άγιος Συνέσιος (1)
Αγ. Συνέσιος (2)
Αγία Φωτεινή
Μονή και Θαύματα του Απ. Ανδρέα
H Eπισκοπή Καρπασίας

Εγκλωβισμένοι
Το δράμα των εγκλωβισμένων
Οι εγκλωβισμένοι μας
Δολοφονίες, Ξυλοδαρμοί, Κλοπές
ΚΑΡΠΑΣΙΑ: Οι τελευταίοι των Ευρωπαίων εγκλωβισμένων
Μηνύματα Εγκλωβισμένων
Στο ευρωπαϊκό δικαστήριο οδήγησαν οι Ριζοκαρπασίτες τους Τούρκους

Τα δικά μας
Ριζοκαρπασίτικες Συνταγές
Συντυχάννετε (ομιλείτε) ριζοκαρπασίτικα;
Το χωρκόν μου
Ο καιρός στο Ριζοκάρπασον

Το Ριζοκάρπασον στη μνήμη μας
Σωματεία

Ιστορία
Γεωγραφία
Τοπωνυμία
Παραλίες
Μνήμες

Πρόσωπα
Οι Ριζοκαρπασίτες γράφουν
Χερσόνησος Ηρώων
Αγνοούμενοι
Γιάννης Μανιταράς

Το Μαρίν
Νάσα Παταπίου
Πάρις Αθανασιάδης
Γιάννης/Μαρία


Φωτογραφίες
Φωτογραφίες του χθες  (1)
Νέες ανέκδοτες μαθητικές φωτογραφίες  (2)
Νέες Ανέκδοτες φωτογραφίες  (3)
Ανέκδοτες φωτογραφίες  (4)
Νέες Φωτογραφίες  (5)
Νέες μαθητικές φωτογραφίες  (6)
Φωτογραφίες σήμερα (7)
Φωτογραφίες σήμερα (8)

Μαθητικές (9)

Εφημερίδα Ριζοκαρπάσου
Τεύχος 1
Τεύχος 2
Τεύχος 3

Τεύχος 4
Τεύχος 5

Τεύχος 6
Τεύχος 7
Τεύχος 8

Τεύχος 9


Άλλες ενδιαφέρουσες σελίδες
Τα κατεχόμενα μνημεία μας

Υπουργείο Παιδείας
Κώμα Γιαλού
Νέτα
Επισκοπή Καρπασίας
Lobby for Cyprus
Cypriot Federation

Nepomak
Rizokarpasso fc
Κατωκοπιά



Τηλεφωνικοί κατάλογοι:

ΑΤΗΚ (Κύπρου)

Ο.Τ.Ε (Ελλάδας)

Αρχείο

Αν υπάρχει παράδεισος, τότε ο παράδεισος εν το Καρπάσιν”

Ο πρώτος σταθμός ήταν στην Συκά. Οι ωραίες αγριαγκινάρες, οι απλωτές και οι τρυφερές λαψάνες με έκανα χωρίς την άδεια των συνοδών μου να σταματήσω. Αφού τους εξήγησα τον λόγο της στάθμευσης έδειξαν κατανόηση και μάλιστα η μια με ακολούθησε. Ττίκκι-ττόκκο, δηλαδή σιγά-σιγά, κατά που λέμε στο Καρπάσιν, γέμισα την πλαστική σακούλα μου. Η αναζήτηση και ξυνιάτων απέβη άκαρπη.

Επειδή η Α. είχε διαβάσει σε προηγούμενα οδοιπορικά, μια γενική περιγραφή των ερειπίων της εκκλησίας της Παναγίας της Δαφνώντας και μια περιγραφή του αμαξιτού δρόμου Συκάδας - Ριζοκαρπάσου με παρακάλεσε να τα ξαναεπισκεφθούμε. Με χαρά δέχτηκα την παράκληση για δύο λόγους. Πρώτος διότι μου αρέσει να αναδεικνύω τα αξιοθέατα του Ριζοκαρπάσου και δεύτερο τέτοια μέρη όσες φορές και να τα επισκεφθείς όλο και κάτι άλλο θα εντοπίσεις. Από τον κύριο δρόμο Συκάδας - Ριζοκαρπάσου στρίψαμε αριστερά για να πάρουμε τον παλιό δρόμο, που πριν το ’74 μέσω του Ανήφορου της Συκάς πηγαίναμε στο Ριζοκάρπασο. Είναι αυτός ο δρόμος που κατασκευάστηκε επί αγγλοκρατίας, στρωμένος με μεγάλες πέτρες, για να διαβαίνουν με ευκολία οι άμαξες. Κατεύθυνα το αυτοκίνητο μέχρι σ’ ένα σημείο που οι βροχές παρέσυραν το χώμα και φάνηκε η αρχιτεκτονική της κατασκευής του. Η Α. σαν αρχιτέκτονας το επάγγελμα, περιεργάστηκε και φωτογράφησε με περισσότερο ενδιαφέρον ολόκληρο τον παλιό δρόμο. Από εκείνη την περιοχή, που λέγεται Συρίζοντας, είχα την ευκαιρία να τους δείξω, έστω και από μακριά, τα ερείπια μιας άλλης εκκλησιάς. Την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου του Μεσοβουνιού που βρίσκεται σε ένα λόφο ανατολικά του δρόμου. Όταν τελειώσαμε απ’ εκεί κατευθυνθήκαμε μερικές εκατοντάδες μέτρα νοτιότερα όπου εκεί βρίσκονται τα ερείπια του ναού της Παναγίας της Δαφνώντας. Πλησιάσαμε όσο μπορούσαμε το αυτοκίνητό μας κοντά στο οροπέδιο που βρίσκεται η εκκλησία και πήραμε την ανηφόρα. Και οι δύο συνοδοί μου έμειναν έκπληκτοι με τη θέα. Πρώτη φορά επισκέφτηκαν την περιοχή. Περισσότερο όμως τους εντυπωσίασε η πέτρινη καμάρα που συνεχίζει να στέκει εκεί περισσότερο από 500 χρόνια.

Αφού χορτάσαμε και αυτό το χώρο, επιστρέψαμε στο όχημά μας και κατευθυνθήκαμε για το Ριζοκάρπασον. Περάσαμε από το σπίτι μου όπου κατεβήκαμε και πήραμε μερικές ακόμα φωτογραφίες. Νομίζω ότι θα πρέπει να του έχω βγάλει συνολικά περισσότερες από χίλιες φωτογραφίας. Τώρα τι  θα τις κάνω όλες αυτές είναι άλλη ιστορία.

Συνεχίσαμε μετά την περιδιάβασή μας κατευθυνόμενοι προς το δρόμο του Απ. Ανδρέα. Στην περιοχή των Χελώνων σταματήσαμε να φωτογραφίσει η Α. κάτι που την ενδιέφερε. Εγώ πήρα την Κ. για να της δείξω το σημείο όπου βρισκόταν η εκκλησία της Απακούς (Άγιος Αβακούμ). Το ξωκλήσι αυτό το κατεδάφισαν οι Τούρκοι το 1999 προκειμένου να δημιουργήσουν χώρο στάθμευσης για το κέντρο που καπηλεύονται και το οποίο βρίσκεται νοτιότερα από τη θέση της εκκλησίας και δίπλα από το ιστορικό λιμάνι των Χελώνων. Κοντά εκεί βρίσκονται και οι αποθήκες του τελωνείου τις οποίες φαίνεται ανακαίνισαν τα τελευταία χρόνια. Τα ερείπια της εκκλησίας τα έσπρωξαν με εκσκαφέα μέσα στη θάλασσα στην ανατολική πλευρά.

Αφού τελειώσαμε και απ’ εκεί αναζητήσαμε χώρο για να καθίσουμε να φάμε. Διαλέξαμε τις πλάντζες του Αγίου Νικολάου. Καθίσαμε πάνω στους βράχους, απλώσαμε τις μαντιλιές μας σύραμε κοντά τα καλάθια μας, μόνο που δεν ήταν καλάθια, ωσάν να βρισκόμαστε σε σχολική εκδρομή στον Άγιο Φίλωνα. Τέτοιες εικόνες ξύπνησαν μέσα μου. Απολαύσαμε εκεί την ξεροφαγία μας και ξαπλώσαμε πάνω στους βράχους να ξεμουδιάσουμε λίγο.

Αφού ξεκουραστήκαμε κατευθυνθήκαμε προς το Ριζοκάρπασο. Έπρεπε να ολοκληρώσω την υπόσχεση που έδωσα στην Κ.

Δεν είχα πρόθεση να κατέβω, το έκανα ξεκάθαρο από πριν στην φίλη μου. Πλησιάσαμε στο σπίτι και στάθμευσα σχεδόν απέναντι, στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Έξω από το σπίτι δυο νεαροί έποικοι 30 χρονών περίπου ετοίμαζαν τα δίκτυα τους για ψάρεμα. Κάθισα μέσα στο αυτοκίνητο και περίμενα. Η κοπέλα κατέβηκε τους πλησίασε, τους είπε κάτι και προχώρησε προς την δυτική πλευρά του σπιτιού που ήταν ο κήπος. Την είδα που έσκυψε και χάιδεψε μια μισοκιτρινισμένη μερσινιά. (Όπως μου εκμυστηρεύτηκε αργότερα τη μερσινιά αυτή τη φύτεψε μαζί με τη γιαγιά της Χαρικλού μερικούς μήνες πριν τον πόλεμο.) Βρήκα τότε την ευκαιρία και τράβηξα μια φωτογραφία. Η συγκινητική σκηνή καταγράφηκε. Ακολούθως η Κ. στάθηκε έξω από την πόρτα και περίμενε. Κατάλαβα την αμηχανία της και στρέφοντας το βλέμμα μου κατά πάνω της και απλώνοντας το χέρι μου με ανοιχτά τα δάκτυλα το στριφογύρισα. Η κίνηση αυτή που είναι σε όλους μας γνωστή σημαίνει: ‘’Tι γίνεται’’. Τότε μου γνέφει και αυτή κάνοντάς μου σινιάλο να πάω. Όχι δεν έρχομαι της απαντώ μεγαλοφώνως. Αποκρίθηκε τότε ο έποικος και μου είπε με σπασμένα Ελληνικά: “Έλα μεν φοάσαι, εν πειράζει”. Για να πω το ήμαρτον μου λυπήθηκα την κοπέλα που απεγνωσμένα νομίζω, συνέχιζε να με καλεί να πάω. Έσβησα το αυτοκίνητο και πήγα προς το μέρος της όπου στεκόντουσαν και οι δυο νεαροί έποικοι. Για να διασκεδάσω λίγο την παγωμάρα, λέω στους έποικους: "Έσιει ψάρι το Καρπάσιν, έσιε;”  “Όι, αέρα πολλή”, απάντησε εννοώντας ότι φυσούσε και δεν μπόρεσαν να ψαρέψουν. Προχωρώντας προς το μέρος της Κ. έκανε τη εμφάνιση του και ένας, πενηνταπεντάρης περίπου, έποικος. Κάτι είπε με τους νεαρούς στην γλώσσα τους και τότε οι νεαροί μας είπαν να περιμένουμε. Ύστερα από λίγο μας έγνεψε ο μεγάλος, που τελικά ήταν ο πατέρας του ενός νεαρού, να προχωρήσουμε. Μπροστά η Κ. πίσω εγώ και παραπίσω ο Τούρκος. Μπήκαμε στην είσοδο που οδηγούσε στην εσωτερική σκάλα. Η Κ. άρχισε να μονολογεί άθελα της και να με ξεναγεί, εδώ δεξιά της σκάλας ήταν η αγαπημένη κυπριακή γωνιά της μητέρας μου με πολλά κυπριακά παραδοσιακά αντικείμενα. Ανεβαίνοντας τα καμιά 20αριά σκαλιά φτάσαμε στο προχώλ του σπιτιού. Εκεί στο πλατύσκαλο πριν την είσοδο των δωματίων είχαν παπούτσια και παντούφλες. Κατάλαβα αμέσως ότι δεν έπρεπε να εισέλθουμε μέσα με τα παπούτσια μας. Έκανα νόημα στην Κ. να βγάλει τις μπότες, κάνοντας το ίδιο και εγώ με τα παπούτσια. Η Κ. τα έβγαλε και προχώρησε ξυπόλυτη, ενώ εγώ έβαλα τις παντούφλες που μου υπέδειξε ο έποικος και μπήκαμε μέσα. Βρεθήκαμε στο πρώτο δωμάτιο αριστερά της πάνω εισόδου. “Να εδώ είναι το κάδρο που σου έλεγα.’’ είπε απευθυνόμενη σε μένα η Κ. και μου έδειξε ένα κάδρο στον τοίχο 50Χ30 εκ. περίπου με φωτογραφία ενός άσπρου καραβιού. “Είναι αυτό εδώ που γράφει αυτά που σου έλεγα” μου είπε. Τότε ευγενικά ρώτησα την τουρκάλα, που μόλις είχε κάνει την εμφάνιση της, αν μπορώ να το φωτογραφίσω. Με μια αυστηρή και κατηγορηματική κίνηση του χεριού της προτάσσοντας το δείκτη της και κουνώντας τον δεξιά αριστερά είπε ξερά και επιδεικτικά: “Όχι”. Εντάξει, της λέω. Τότε για να εξομολογηθώ μου πήγε το αίμα στο κεφάλι. Αν δεν στεναχωριόμουν από την κοπέλα θα έκανα μεταβολή και θα έφευγα. Μετά από το επεισόδιο αυτό στρίψαμε δεξιά και τότε η τουρκάλα,  μάλλον ενοχλημένη που η Κ. δεν έβαλε παντούφλες, πήρε ένα ζευγάρι δικές της καλοκαιρινές παντούφλες και τις της έβαλε κάτω μπροστά στα πόδια να τις φορέσει. Τις φόρεσε και κατευθυνθήκαμε προς το σαλόνι. Το σπίτι με την πρώτη ματιά σχετικά καθαρό (όσο μπορούσαμε να διακρίνουμε από το λιγοστό φως γιατί οι κουρτίνες και περσιάνες ήταν κλειστές και όντως αμυδρό φώς. Υπήρχαν παντού χαλιά, ιδίωμα των μουσουλμάνων. Έπιπλα, κάδρα και μπιχλιμπίδια παντού πολλά. Πολύ μεγάλο και ευρύχωρο  σαλόνι. Η Κ. συνέχιζε το μονολογητό της. “Εδώ ήταν το τάδε, εδώ ήταν το τραπέζι, εδώ τρύπωνα άμα ενοχλούσα την μάνα μου και ήθελε να μου δώσει κανένα πάτσο, τρύπωνα κάτω και γλύτωνα”. Σε κάποια στιγμή ασυναίσθητα ακούμπησα την φωτογραφική μου με τα δυο μου χέρια. “Αυτό κάμερα πιάνει” μου λέει θυμωμένα, αλλά κοιτάζοντας με αυστηρό βλέμμα τον σύζυγο της. Ήταν ξεκάθαρο ότι αυτή κάνει κουμάντο στο σπίτι, φάνηκε από τις αντιδράσεις του συζύγου. “Όχι” της λέω, αφού μου είπες από την αρχή όχι. Φυσικά αν ήθελα θα μπορούσα να της έλεγα όχι και η μηχανή να έγραφε. Η ειλικρίνεια μου δεν μου το επιτρέπει. Προχωρήσαμε, αναλαμβάνοντας τον ρόλο ξεναγού η τουρκάλα για να μας δείξει με καμάρι δυο μεγάλες φωτογραφίες με δυο ανδρόγυνα, τον γιό και την κόρη της. Χαριτωμένοι άνθρωποι, υγεία να έχουν, είπα μέσα μου, αλλά καταπατητές. Περάσαμε και από την κουζίνα στρίψαμε αριστερά όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια, δύο αριστερά του διαδρόμου κα ένα δεξιά. Κατευθυνθήκαμε στο δεξιά που είχε την πόρτα απέναντι στο τέρμα του διαδρόμου. Ένα μεγάλο κρεβάτι με το προσκέφαλο να βλέπει το Νότο. Στον ανατολικό τοίχο κρεμόταν ένα παλιό παραδοσιακό βουρκί. Έχοντας αδυναμία σε κάθε παλιό παραδοσιακό αντικείμενο του Ριζοκαρπάσου, έπλασα αμέσως μέσα μου ένα σχέδιο.  “Ααα!” λέω στον Τούρκο. “Ωραίο βουρκίν.”  Ήταν πράγματι πολύ ωραίο, καμωμένο με μεγάλη μαεστρία και λεπτομέρεια. “Πολλά παλιό” του λέω. “Μπορεί και εκατόν χρονών, ήταν του Πάουρου, (ενός Ριζοκαρπασίτη συγχωριανού μου) άμα πέθανε έπιασα το”, μου είπε. “Μπορείς, του λέω, να το πάρεις κάτω που δεν μαλώνει η κυρά σου να το φωτογραφίσω;” Το παίρνει αμέσως και κατευθύνεται προς την κουζίνα που έχει μπαλκόνι στο Νότο. Το βάζει στον ώμο και ποζάρει. Εκείνη τη στιγμή εγώ περισσότερο θα ήθελα να φωτογραφίσω την άπλετη θέα που αντίκρισα, φαινότανε όλη η ενορία του Λεκού και μέρος της ενορίας της Ανάβρυσης από εκεί, παρά τον τουρκαλά. Η τουρκάλα όμως καραδοκούσε και  παρακολουθούσε, δεν τόλμησα να το κάνω. Έβγαλα δυο φωτογραφίες επιστρέψαμε πίσω και το έβαλε στην θέση του. Ήταν τότε που δεν άντεξα, μπήκα στον πειρασμό τα κοίταξα ολοφάνερα στο βορινό τοίχο του υπνοδωματίου του Τ. και της Κ. Εκεί βρισκόταν ένα κομοδίνο που το στόλιζαν τα “βραβεία ανδραγαθίας” που του έδωσε ο τούρκικος στρατός. Ο έποικος αυτός ήταν ένας μεταξύ πολλών άλλων, που σαν λάφυρο για τις “υπηρεσίες” του προς την πατρίδα του πήρε ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ριζοκαρπάσου. Φαίνεται ότι θα ήταν κανένας ‘’γενναίος Μεχμετζικ’’, το μαρτυρούσαν η μια στρατιωτική φωτογραφία που τον έδειχνε να ποζάρει με το κράνος, την στολή της παραλλαγής και το FN τουφέκι. Παρά δίπλα από την φωτογραφία τρεις πλακέτες με διάφορα στρατιωτικά εμβλήματα. Σε κάποια στιγμή με έπιασε ρίγος αλλά η όλη του συμπεριφορά και απλότητα με ηρέμησε. Γυρίσαμε πίσω προς το σαλόνι όπου βρισκόταν το μοναδικό έπιπλο, εκτός από το κάδρο που και το έπιπλο τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο της Κ. που ήταν της οικογένειας Τ. Ήταν ένα σκαλιστό μπαούλο (σεντούτζιη) πανέμορφο και σε πάρα καλή κατάσταση. Πάνω από αυτό στεκόταν το “ταίρι” του, ένας μεγάλος καθρέφτης με πλατύ σκαλιστό κάδρο. Αυτό το έπιπλο κοσμούσε την κυπριακή γωνιά του σπιτιού στην κυρία είσοδο δίπλα από την σκάλα όπως μου είπε η Κ. Τα υπόλοιπα έπιπλα του σπιτιού όπως μας διηγήθηκε ο έποικος τα πήραν άλλοι τούρκοι προηγουμένως. Προχωρώντας προς την έξοδο η τουρκάλα απευθυνόμενη προς την Κ. της είπε να περιμένει. Κατευθύνθηκε στη βορειοδυτική πλευρά του σαλονιού, όπου ήταν μια σκαλιστή βιτρίνα, άπλωσε το χέρι της πάνω από την οροφή, πήρε ένα μεγάλο σκονισμένο χαρτί και κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι είναι. Μπήκε στην κουζίνα πήρε μια μαντιλιά (πετσέτα) και σκούπισε το μεγάλο χαρτόνι. Το γύρισε μετά και τότε αντικρίσαμε μια νύφη ντυμένη στα ολόλευκα. Ήταν η μητέρα της Κ. Σε πολύ κακή κατάσταση φωτογραφία αλλά άξιζε όχι χίλιες αλλά δέκα χιλιάδες λέξεις. Ακόμα και μένα γέμισαν τα μάτια μου. “Μπορώ να την πάρω;”,  ρωτά η Κ. “Ναι να την πάρεις είναι δική σου, μάνα σου” της απαντά. Τόση ήταν η σύγχυση και η συγκίνηση μου, που σχεδόν σπρώχνοντας την Κ. της έλεγα να φύγουμε. “Όχι κάτσε, κάμουμε καφέ”, είπε το τούρκος κοιτάζοντας πάλι την γυναίκα του. “Ευχαριστώ, απαντώ, θα πάμε αργήσαμε”. Κατεβήκαμε τη σκάλα, διασταυρώσαμε το δρόμο και πήγαμε προς το αυτοκίνητο όπου μας περίμενε η άλλη κοπέλα της συντροφιάς μας. Πέρασε κανένα δεκάλεπτο για να συνέλθουμε και οι δύο.

Επόμενος μας σταθμός η αναπαλαιωμένη από τους καταπατητές τούρκους, περιοχή της πλατείας της Αγίας Τριάδας, με ιστορικότερο και ομορφότερο το δωμάτιο πάνω από την καμάρα που από κάτω περνούσε ο δρόμος που μας οδηγούσε προς τον Άγιο Φίλωνα. Ανήκει στην οικογένεια Γλυκουρκού Ξιουρή. Όλα τα δωμάτια δεξιά και αριστερά του δρόμου συντηρημένα με τον παραδοσιακό τρόπο, έγιναν δωμάτια προς ενοικίαση. Για τέρψη των “αφελών” Ελληνοκυπρίων έδωσαν σε όλα ονόματα Ελληνικά: Agios Filon, Arch Room, Pigmalion, Elaiousa, Shielones κλπ.

Στεκάμενοι κάτω από τη καμάρα όπου παλιά περνούσε δρόμος και τώρα είναι πεζόδρομος στα δεξιά μας υπάρχουν τρία δωμάτια. Το πρώτο ήταν το σπίτι της οικογένειας……… και τα άλλα δυο σπίτια της οικογένειας Ποροσά. (Θεοδόση Ταουσιάνη) στα αριστερά μας και αυτά διαμορφωμένα σε δωμάτια ήταν της οικογένειας ………(Χατζιηνικόλα) και ποιο κάτω στην γωνία το καφενείο του (Σιάμπελου) και ποιο κάτω στην αριστερή μας πλευρά δεσπόζει υπερυψωμένο το σπίτι του Παντελιά που σήμερα λειτουργεί σαν εστιατόριο. Απέναντι ακριβώς στην δεξιά γωνία που σχηματίζει ο δρόμος, το καφενείο του Φκιάκκα. Δεξιά του ένα μακρυνάρι το οποίο ανήκει στην ………και το οποίο μετέτρεψαν σε κατάστημα. Προχωρώντας αριστερά και περνώντας το καφενείο του Φκιάκκα συναντούμε ένα άλλο καφενείο γνωστό σαν καφενές του Μεστουκλιού.

Περιττό να πω ότι οι φωτογραφικές πήραν φωτιά για όλα όσα περιγράψαμε για την πλατεία του Πάνω Χωρκού. Όταν λέμε Πάνω Χωρκό εννοούμε την Ενορία της Αγίας Τριάδας. Είναι σε εκείνη την Πλατεία που κάθε Καθαρά Δευτέρα και (Λαμπρή) που γίνονταν τα ολοήμερα γλέντια των Ριζοκαρπασιτών. Το γλέντι ξεκινούσε από τις οκτώ το πρωί συνεχιζόταν με φαγοπότι, τραγούδια τσιαττιστά τον χορό του Πιπερκού (πολύ παλιό Καρπασίτικο έθιμο που το ίδιο είχαν και σε ορισμένα νησιά της Ελλάδας) μέχρι το βράδυ της ημέρας. Εικόνες ανεπανάληπτες, όμως πολύ επιθυμητές, νοσταλγικές για όλους μας και ειδικά εμάς  τους Καρπασίτες. Συνεχίσαμε το δρόμο για να πάμε να “κάνουμε το παράπονο” μας και σταματήσαμε μπροστά από την βασιλικού ρυθμού εκκλησία της Αγίας Τριάδας, εξ’ ου και το ομώνυμο όνομα της ενορίας της περιοχής αυτής. Σύμφωνα με την παράδοση η εκκλησία αυτή που κτίστηκε το 1730, κτίστηκε στα παλιά θεμέλια του εξωκλησιού του Αγίου Παντελεήμονα. Γι’ αυτό προς τιμή του θαυματουργού Αγίου Παντελεήμονα, κατά την ημέρα εορτασμού του 27 Ιουλίου, η θεία λειτουργία ετελείτο μόνο στην Αγία Τριάδα. Είχαμε δηλαδή μονοκκλησία. Είναι αυτή την εκκλησία που προσπάθησαν να καταβάλουν οι Τούρκοι πριν μερικούς μήνες, πράξη που αποτράπηκε μετά από ενέργειες των Ριζοκαρπασιτών. Στην αριστερή γωνιά του περίβολου της εκκλησίας στέκει, στην ουσία είναι ξαπλωμένο, εκεί το πασίγνωστο σε όλους τους Ριζοκαρπασίτες πέτρινο Λιοντάρι της Αγίας Τριάδας. Σύμβολο της πάλαι ποτέ Αγγλοκρατίας. Οι Ριζοκαρπασίτες ειρωνικά παρέπεμπαν όποιον είχε κάποιο παράπονο να το κάνει στο  Λιοντάρι, δηλαδή στις κατοχικές αρχές της Μεγάλης Βρετανίας. Απέναντι ακριβώς από την εκκλησία βρίσκεται ένας ανοιχτός χώρος. Εκεί έστηναν το κανόνι την Νύχτα της Ανάστασης για να κανονιοβολήσουν τον Ιούδα. Γέμιζαν την κάννη του με μπαρούτι και με ένα καλάμι το πυροδοτούσαν χωρίς βέβαια να έχει μέσα βλήματα. Είχε πάντοτε κατεύθυνση προς το Νότο. Κάποια φορά όμως το παραγέμισαν με εκρηκτική ύλη και το κανόνι εξεράγηκε και καταστράφηκε.

Στρίψαμε αριστερά και περάσαμε έξω από το σπίτι του Παντελή, της Καρυκιάς και τραβήξαμε για το σπίτι του Γιάννη Ψυντρού και της Σοφίας Αρχοντούς. Πεζέψαμε και βρήκαμε την κυρία Σοφία να σαρώνει την αυλή της με την “σαρκά την θρούμπενη” σκούπα δηλαδή καμωμένη από θυμάρι. Μόλις μας είδε την ακούμπησε στον τοίχο και μας καλωσόρισε ζεστά.

“Ελάτε να κάνουμε καφέ” ήταν η επόμενη φράση της.

“Όχι ευχαριστούμε ήρθαμε γεια ένα γεια δεν έχουμε χρόνο. Να τραβήξουμε λίγες φωτογραφίες”. Η Α. εντόπισε τη ξεροληθιά, περίφραξη με πολύ μεγάλες πέτρες, που βρίσκεται στον απέναντι δρόμο και πήγε να την φωτογραφίσει. Εγώ αναζήτησα τα δικά μου ενδιαφέροντα. Ρώτησα την κ. Σοφία αν έχει φουρνόφκιαρον, αντιάτη κλπ σύνεργα του φούρνου. Δεν πρόλαβα να τελειώσω και μου τα έδειξε. Ήταν ακριβώς έξω από το φουρναρκόν της. Ένα, ένα τα φωτογράφισα. Ατνιάτης: ξύλινο διχάλι για να σπρώχνουν τα κλαδιά μέσα στον φούρνο. Σκάλεφρος: σιδερένιο κοντάρι με ξύλινη λαβή για να ανασκαλεύουν τα αναμμένα κάρβουνα. Σσόντνζιην: ξύλινο κοντάρι με το οποίο, αφού στην κορυφή του έδεναν χλωρά φύλλα σχινιάς, σφογγούσαν/καθάριζαν τα κάρβουνα από το δάπεδο του φούρνου. Φουρνόφκιαρο: φτυάρι του φούρνου με το οποίο έμπαζαν μέσα στον πυρωμένο φούρνο τα ψωμιά. Κατσούνιν: από την ιταλική λέξη ganzone, που σημαίνει γάντζος, ξύλινος γάντζος δηλαδή με τον οποίο μετακινούσαν ή τραβούσαν έξω τα ψωμιά. Πάρα πέρα δέσποζε ο λάκκος με το αλακάτι (αλακατούριν στα καρπασίτικα) και το κερτέλλιν από την τούρκικη λέξη gerdel που σημαίνει κουβάς και ποιο αριστερά τα γουρνιά, γεμάτα από καθαρό νερό για να πίνουν οι ελευθέρας βοσκής όρνιθες της κυρία Σοφίας. Πασπατεύοντας τα πράματα στην αυλή, εντόπισα οξειδωμένα τα νούμερα του τρακτέρ του Γιάννη. CVxxx. Aμέσως μετά τον πόλεμο οι Τούρκοι είχαν υποχρεώσει  όλους τους εγκλωβισμένους να αλλάξουν τα νούμερα της Κυπριακής Δημοκρατίας των οχημάτων τους, με άλλα του ψευδοκράτους. Αναζητήσαμε μετά και τον κ. Γιάννη, για να μας πει η κ. Σοφία ότι βρίσκεται στην πίσω μεριά του σπιτιού και βόσκει τα 5-6 πρόβατα του που τα έχει για δυο λόγους. Πρώτον για να περνά ποιο ευχάριστα τον χρόνο του, αλλά και για να τρώνε τα παιδιά και τα εγγόνια του φρέσκο γνήσιο κρέας και χαλούμια.

Με τις μηχανές ανά χείρας συναντήσαμε τον κ. Γιάννη. Μια δυο πόζες με τα πρόβατα του και κατόπιν κατ’ επιθυμία της Α. αναζητήσαμε το παλιό μαγγανοπήγαδο. Περιφραγμένο, για ασφάλεια αφού πια δεν χρησιμοποιείται, και μεγάλα αγριόχορτα της εποχής να το περιβάλουν, το εντοπίσαμε. Απ’ ότι έχω υπόψη μου, τέτοια αλακάτια υπάρχουν τριών γενιών οι δυο πρώτες ήταν ξύλινες και η τρίτη μεταλλική. Αυτή του κ. Γιάννη είναι η πρώτη ξύλινη γενιά. Οι κάδοι αυτού του αλακατιού ήταν από πήλινους κούζους δεμένους μεταξύ τους με πλεχτές βέργες κληματαριάς και μερσινιάς. Το αλακάτι, από την αρχαία ελληνική λέξη ηλακάτη, αποτελείτο από τα εξής μέρη: Τραπεζιά, ρουβέθι, κλουβίν, κούζοι, λιές, παραλάτσιην, πιλέρκα και ζαρούτιν. Τραπεζιά: Ο χώρος γύρω από τον αλακατόλακκο, όπου περιστρεφόταν το ζώο. Ρουβέθιν: Ο οριζόντιος ξύλινος τροχός που με τη σειρά που μετέδιδε την κίνηση στον κάθετο, το κλουβί, ο οποίος γύριζε πάνω αλακατόλακκο. Κλουβίν: Ο κάθετος ξύλινος τροχός πάνω στον οποίο ήταν στερεωμένη η "ταινία"  με τους κούζους που κατέβαιναν στον λάκκο. Κούζοι: Πήλινα δοχεία τα οποία κατέβαιναν στο λάκκο άδειοι και ανέβαιναν γεμάτοι νερό για να το χύσουν στα πετραύλακα και από εκεί στα φυτά για πότισμα. Λιές: Κλαδιά  από κληματαριά ή από μερσινιά, τα οποία συγκρατούσαν ειδικά αγγεία άντλησης (κούζοι του αλακατιού) σε τακτές αποστάσεις. Παραλάτσιην: Στο κάτω μέρος του αλακατόλακκου έσκαβαν ένα βαθούλωμα για να μην κτυπούν και να σπάζουν τα αγγεία όταν κατέβαιναν στον πυθμένα του λάκκου για να γεμίσουν με νερό. Πιλέρκα:  Στη μια από τις δύο μεγάλες πλευρές του αλακατόλακκου κτίζονταν δύο κολώνες, στις οποίες στηριζόταν δύο δοκοί  πάνω στους οποίους ήταν στερεωμένος ο κάθετος άξονας του οριζόντιου τροχού. Ζαρούτιν: Ήταν  ένας άλλος οριζόντιος άξονας, στερεωμένος πάνω στον άξονα του ρουβεθιού ο οποίος ήταν ένα καμπύλο και μακρύ δοκάρι πάνω στο οποίο έδεναν το ζώο το οποίο με τους γύρους που έκανε πάνω στην τραπεζιά έδινε κίνηση σε όλο το σύστημα. Κλαππίν: Το συναντούσαμε μόνο στα μεταλλικά και ήταν πάνω στον οριζόντιο τροχό. Ο σκοπός του ήταν να αποτρέπει την περιστροφή του τροχού προς την αντίθετη κατεύθυνση, λόγω του βάρους του νερού, στην περίπτωση που σταματούσε η περιστροφή και ξεδενόταν το ζώο από το ζαρούτι.

Αφού αποχαιρετιστήκαμε με τον κ. Γιάννη, πήγαμε ξανά προς την κ. Σοφία την αποχαιρετίσαμε και αυτή και αφού μπήκαμε στο αυτοκίνητο μας κατευθυνθήκαμε προς τον συγγενή της Κ. Αρχοντικό πραγματικό, το σπίτι με κεραμοσκεπές. Βρίσκεται μερικές δεκάδες μέτρα μόνο από το σπίτι του κ. Γιάννη. Αρχιτέκτονας του σπιτιού ο γνωστός αρχιτέκτονας Φωτιάδη, ο άνθρωπος που σχεδίασε τα γνωστά πετρόχτιστα κτήρια του Αποστόλου Αντρέα, το σπίτι του γιατρού του Κώτσιου (Γεωργίου Παλλήκαρου) και τα σχολεία του Ριζοκαρπάσου. Απ‘ έξω καμιά κίνηση. “Μάλλον θα απουσιάζουν” είπα στην Κ. Αυτή κατέβηκε και κτύπησε την πόρτα. Σε λίγο είδα την πόρτα να ανοίγει. Πρόλαβα να δω κάποια χέρια να την αγκαλιάζουν και μετά χώθηκε μέσα. Κατεβήκαμε και εμείς με την Α. και πήγαμε προς το σπίτι. Εκεί με περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Είδα την κόρη του Ζ. την Χρ, που είχα να την δω από την δεκαετία του έτους του 70 ενόσω ήμασταν φοιτητές στην Αθήνα. Περισσότερο από 31 χρόνια. Αλληλοχαιρετηθήκαμε, μας πρότειναν να καθίσουμε και με ευχαρίστηση δεχτήκαμε την προσφορά τους για καφέ. Είπαμε τα νέα μας και αφού απολύσαμε τον καρπασίτικό μας καφέ ετοιμαστήκαμε για αναχώρηση. Βγαίνοντας έξω από το σπίτι και κοιτάζοντας δεξιά, έμεινα έκπληκτος από το θέαμα που αντίκρισα. Είδα έναν πελώριο κατακόκκινο ήλιο δίπλα από την χαρουπιά του κ. Ζαχαρία έτοιμος να βουτήξει μέσα στην θάλασσα του Λέμπους. Πήρα την φωτογραφική και αποθανάτισα το πανθέαμα. Τέτοιο ηλιοβασίλεμα είχαν να δω πολλά χρόνια. Μου θύμισε ένα  παρόμοιο που παρακολούθησα στο Αιγαίο στην τοποθεσία Σαν Μιχάλης της Σύρου. Τότε είχα πει μέσα μου ότι δεν θα αξιωθώ να παρακολουθήσω κάτι παρόμοιο. Έλα όμως που συνεπαρμένος από την φανταστική θέα ξέχασα το Καρπάσιν! Η όλη σύνθεση με τα δένδρα, την ολοπράσινη, γη την καταγάλανη θάλασσα που από την αντανάκλαση του ήλιου σχημάτιζε μια κατακόκκινη γραμμή λες και καιγόταν καταβροχθίζοντας τον ήλιο σιγά σιγά, δημιουργούσαν μια εικόνα μοναδική. Ήταν τότε που η Κ. εκστόμισε αυθόρμητα μια φράση με πραγματικό περιεχόμενο:  “Αν υπάρχει παράδεισος, τότε η παράδεισος εν το Καρπάσιν”
Με θολωμένα πράγματι αισθήματα που δεν μπορούμε ελεύθερα να χαιρόμαστε τον τόπο μας αποχαιρετίσαμε τους φίλους μας χωριανούς και μπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ανάψαμε τα φώτα, γιατί άρχισε να σκοτεινιάζει και πήραμε πάλι το δρόμο του ξεριζωμού. Ναι το δρόμο του ξεριζωμού, γιατί όταν πας στο Ριζοκάρπασο γίνεσαι ένα με τον τόπο. Νιώθεις ότι ήσουν εκεί και χθες και προχθές και πέρσι. Νιώθεις σαν να πέρασες εκεί ολόκληρη σου τη ζωή, άσχετα αν στον τόπο της προσφυγιάς έζησες σχεδόν διπλάσια χρόνια.  Είναι εκείνη η γη που μας γέννησε, μας έδωσε την πρώτη δόση από το οξυγόνο της ζωή, είναι εκεί που κάναμε τα πρώτα μας βήματα, είναι εκεί που μάθαμε τα πρώτα μας γράμματα είναι εκεί που είχαμε τον πρώτο μας παιδικό έρωτα. Και είναι εκεί που είναι θαμμένοι όλοι η πρόγονοί μας.

Κανένας Αττίλας δεν έχει το δικαίωμα, ούτε και μπορεί να ξεριζώσει από τα βάθη της ψυχής και του υποσυνείδητου των αληθινών Καρπασιτών, όσο και αν προσπαθεί. Είναι γελασμένοι όσοι νομίζουν ότι μπορεί να τα καταφέρουν διότι δεν ξέρουν με τι σόι ανθρώπους έχουν να κάνουν.

Το Καρπασίτες δεν διεκδικούν εκδίκηση για τις ψυχές αυτές που χάθηκαν στην κατοχή. Διεκδικούν όμως επιστροφή. Η Αιώνια ταύτιση του Καρπασιτών με τον τόπο τους είναι άσβεστη  όπως και ο αιώνιος όρκος της επιστροφής που έδωσαν. Ριζοκάρπασον Επιστροφή!!!

Μάρτιος 2011
Αιωνίως Ριζοκαρπασίτης


Παραλία Μωρόσυκου.

 


English


Ελληνικοί Ραδιοσταθμοί
 

 


Οι εφημερίδες έγραψαν για το Ριζοκάρπασον


Σχολιάζουμε, Κρίνουμε, Επικρίνουμε



Ευρωπαϊκή Ένωση


Κυπριακή Δημοκρατία


Ανακοινώσεις


Έφηβος Βουλευτής



Πρώτο Κουδούνι


Γιάννης Μανιταράς



Κινηματογράφος Λουϊζιάνα

Για χρήση οποιουδήποτε περιεχόμενου επικοινωνήστε μαζί μας. © 2010 Copyright Εκδόσεις "ρο"
Επικοινωνία - Email
Επισκέψεις από: 11/10/1999