Αξιούμε!!!

Κάνε δική σου τη σελίδα μας.

Κύρια Σελίδα.

Εμείς...
Χάρτης
Ομιλίες
Έγραψαν...

Τα Σχολεία μας

Εκπαίδευση
Ενημέρωση
Δημοτικό & Νηπιαγωγείο
Γυμνάσιο
Τα παιδιά μας γράφουν

Δημογραφικά Στοιχεία
Κάτοικοι, Κοινοτικό Συμβούλιο, Σχολική Εφορεία

Μαθητές
Ιστορία
Ασχολίες Κατοίκων

Καταστροφή Πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Οι "Δικοί" μας Άγιοι
Χερσόνησος Αγίων

Απόστολος Ανδρέας (1)
Απόστολος Ανδρέας (2)

Άγιος Φίλωνας (1)
Άγιος Φίλων (2)
Άγιος Συνέσιος (1)
Αγ. Συνέσιος (2)
Αγία Φωτεινή
Μονή και Θαύματα του Απ. Ανδρέα
H Eπισκοπή Καρπασίας

Εγκλωβισμένοι
Το δράμα των εγκλωβισμένων
Οι εγκλωβισμένοι μας
Δολοφονίες, Ξυλοδαρμοί, Κλοπές
ΚΑΡΠΑΣΙΑ: Οι τελευταίοι των Ευρωπαίων εγκλωβισμένων
Μηνύματα Εγκλωβισμένων
Στο ευρωπαϊκό δικαστήριο οδήγησαν οι Ριζοκαρπασίτες τους Τούρκους

Τα δικά μας
Ριζοκαρπασίτικες Συνταγές
Συντυχάννετε (ομιλείτε) ριζοκαρπασίτικα;
Το χωρκόν μου
Ο καιρός στο Ριζοκάρπασον

Το Ριζοκάρπασον στη μνήμη μας
Σωματεία

Ιστορία
Γεωγραφία
Τοπωνυμία
Παραλίες
Μνήμες

Πρόσωπα
Οι Ριζοκαρπασίτες γράφουν
Χερσόνησος Ηρώων
Αγνοούμενοι
Γιάννης Μανιταράς

Το Μαρίν
Νάσα Παταπίου
Πάρις Αθανασιάδης
Γιάννης/Μαρία


Φωτογραφίες
Φωτογραφίες του χθες  (1)
Νέες ανέκδοτες μαθητικές φωτογραφίες  (2)
Νέες Ανέκδοτες φωτογραφίες  (3)
Ανέκδοτες φωτογραφίες  (4)
Νέες Φωτογραφίες  (5)
Νέες μαθητικές φωτογραφίες  (6)
Φωτογραφίες σήμερα (7)
Φωτογραφίες σήμερα (8)

Μαθητικές (9)

Εφημερίδα Ριζοκαρπάσου
Τεύχος 1
Τεύχος 2
Τεύχος 3

Τεύχος 4
Τεύχος 5

Τεύχος 6
Τεύχος 7
Τεύχος 8

Τεύχος 9


Άλλες ενδιαφέρουσες σελίδες
Τα κατεχόμενα μνημεία μας

Υπουργείο Παιδείας
Κώμα Γιαλού
Νέτα
Επισκοπή Καρπασίας
Lobby for Cyprus
Cypriot Federation

Nepomak
Rizokarpasso fc
Κατωκοπιά



Τηλεφωνικοί κατάλογοι:

ΑΤΗΚ (Κύπρου)

Ο.Τ.Ε (Ελλάδας)

Αρχείο

Ο γιός του Μελάρη ο γιατρός, η Γαληνόπωρνη, ο Καράκωστας και το Μωρόσυκο.

Αυτή την φορά το οδοιπορικό θα ήταν κάτι διαφορετικό.  Χρειάστηκε να μπω στην δύνη του προβληματισμού για αρκετές μέρες και αυτό διότι πρώτη φορά θα επιχειρούσα κάτι τέτοιο. Κάτι που θα ήταν εκτός των συνηθισμένων περιδιαβάσεων μου. Στη πορεία μας, δεσπόζουσα θέση είχε μια γραφική και συνάμα ερωτική (όπως μου την περιέγραψε μια φορά η συγχωριανή μου η Σαββού) παραλία το Ριζοκαρπάσου, ένας Τουρκοκύπριος συμπατριώτη μας ο Εμ ο οποίος εργάζεται στις ελεύθερες περιοχές και η γενέτειρα του. Ο Εμ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καρπασία και συγκεκριμένα στην Γαληνόπωρνη, το πλησιέστερο προς την κώμη του Ριζοκαρπάσου χωριό. Οι άλλοι της παρέας η Β. με την κόρη της Γ. η Δ.  και ένας επίσης πολύ καλός φίλος ο Ε.
Το προηγούμενο βράδυ επισκέφτηκα τον υπερήλικα πεθερό μου, που ο Θεός να τον φυλάει παρά τα 97 του χρόνια που κουβαλά στην πλάτη του, έχει ικανοποιητικά διαυγές πνεύμα.

-Αύριο θα πάω στις περιοχές μας, του λέω, θα περάσω και από τον Βαθύλακα και θα πάω στην Γαληνόπωρνη. Θα πάρω μαζί μου και ένα Τουρκοκύπριο. Α!!! μου λέει, εκεί στην Γαληνόπωρνη ήξερα καλά έναν Τουρκοκύπριο τον έλεγαν Μελάρη. Είχε και ένα γιο πολύ καλό γιατρό πήγα 2, 3 φορές κοντά του.

-Πριν τον πόλεμο ή μετά, τον ρώτησα. Σκεφτόταν ξανασκεφτόταν, αλλά ήταν εδώ που τον πρόδωσε η ηλικία του.
-Δεν είμαι σίγουρος μου λέει μάλλον πριν τον πόλεμο.

Ο πεθερός μου είχε κάνει 3 χρόνια εγκλωβισμένος στο χωριό του τον Βαθύλακα. Που να τον βρεις, λέω μέσα μου, 37 χρόνια τον Μελάρη, πολλώ δε μάλλον, τον γιο του τον γιατρό.

-Θα ρωτήσω όμως του λέω να μάθω αν ζει.

Πρόθεση μου πρώτη, ήταν να ρωτήσω να μάθω για τον Γιουσούφη. Έναν μικρόσωμο ηλικιωμένο, όπως το ξανάγραψα και σε άλλο οδοιπορικό, που ερχόταν τακτικά στο σπίτι μας στο Ριζοκάρπασο και έφερνε καραόλους το πατέρα μου.

Είχαμε συμφωνήσει με την παρέα να συναντηθούμε  όλοι στο οδόφραγμα των Στροβιλιών για να συνεχίσουμε με μόνο δύο αυτοκίνητα. Το ραντεβού μας ήταν για τις 7 το πρωί. Ο Εμ. όμως άργησε λίγο και αφού τηλεφωνηθήκαμε, ξηγηθήκαμε ότι τελικά θα συναντιόμαστε στα κατεχόμενα, κάπου στο Μπογάζι.

Αφού ξεκινήσαμε για το για το σημείο της συνάντησης στην είσοδο του Μπογαζιού, περάσαμε από την ψυχοφθόρα για μένα, διαδικασία του τουρκικού ελέγχου και κατευθυνθήκαμε προς την κατεχόμενη Αμμόχωστο. Λιγοστή ήταν η κίνηση λόγω του ότι ήταν Σάββατο και όπως και στις ελεύθερες περιοχές αρκετός κόσμος δεν εργάζεται. Σε ένα μισάωρο βρεθήκαμε στο σημείο της συνάντησης μας. Κατεβήκαμε από το αυτοκίνητο να ξεμουδιάσουμε μέχρι να έλθει ο Εμ. Δεν άργησε πολύ. Σ’ ένα εικοσάλεπτο ήταν εκεί. Σταμάτησε κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και η Β. ανέλαβε να μας τον γνωρίσει.

-Απ εδώ η Δ. ο Ε. και από εδώ η κόρη μου η Γ. είπε χαριτολογώντας, προφανώς διότι την γνώριζε ο Εμ. Εμένα με άφησε τελευταίο, προφανώς διότι στεκόμουν πίσω της και με έψαχνε.

-Να περάσουμε 5 λεπτά από το σπίτι της αδελφής μου για να πιούμε καφέ, της λέει σε απίστευτα καθαρή κυπριακή προφορά.

-Όχι Εμ. δεν είναι ανάγκη να βάζουμε σε μπελάδες την αδελφή σου.

-Όχι, της λέει, δεν είναι μπελάς, και το ξέρεις, της το είπα και μας περιμένει. Η Β. μας κοίταξε διερευνητικά στα μάτια θέλοντας να δει την αντίδραση μας.

-Αφού θέλει γιατί να μην πάμε, εξάλλου και ο σκοπός μας σήμερα είναι η γνωριμία με τους Γαληνοπωρνίτες πρόσθεσα εγώ.

-Το σπίτι της αδελφής μου είναι 5 λεπτά από εδώ ακολουθείστε με είπε ο Εμ.

Μπήκαμε στο αυτοκίνητο μας και με πρωλάτη τον Εμ. στρίψαμε αριστερά από την είσοδο του Μπογαζιού, ανεβήκαμε την ανηφόρα και στρίβοντας 3ο  δεξιά, 1ο αριστερά και τέρμα δεξιά σταματήσαμε δίπλα από ένα διώροφο σπίτι με μεγάλη αυλή, κήπο και πισίνα. Κατεβήκαμε κάτω και ένα αντρόγυνο προσέτρεξε να μας υποδεχτεί. Πρώτα η οικοκυρά αγκάλιασε θερμά και φίλησε τον αδελφό της, μετά  χαιρέτισε εμάς συστήνοντας μας παράλληλα η Β. Μας κάλεσαν και καθίσαμε στο τραπέζι της βεράντας στην ανατολική πλευρά του σπιτιού. Το πρόσωπο της Ζουχρέ μου φάνηκε γνωστό. Προφανώς όχι ότι την ξαναγνώρισα πουθενά αλλά, ήμουν βέβαιος ότι κάποιας άλλης γνωστής μου έμοιαζε. Περιττό να πω ότι τα ελληνικά τους, κυρίως της Ζουχρέ  δεν είχαν  καμιά διαφορά από τα δικά μου και κυρίως η Καρπασίτικη προφορά. Μας ρώτησε τι να μας προσφέρει. Άλλοι ζήτησαν τσάι άλλοι καφέ. Εγώ είπα να δοκιμάσω το τσάι.

-Να φέρω και κάτι να τσιμπήσετε.

-Όχι, είπαμε όλοι με μια φωνή πλην του Εμ.

-Να μην σας βάζουμε και σε μπελάδες πρόσθεσα.

-Δεν είναι μπελάς είναι η χαρά μας. Μια φορά που ήλθαν οι χωρκανοί σπίτι μας να μην τους προσφέρουμε κάτι, βράσαμε και αυγά από τις όρνιχες μας, τι θα τα κάνουμε, να τα πετάξουμε; Όχι πρέπει να τα φάμε είπε επιμένοντας.   Το άκουσμα της λέξης χωρκανοί με άγγισε πολύ, δεν είπα όμως τίποτα αλλά το φύλαξα σε καλό μέρος του μυαλού μου.

Και ενώ η Ζουχρέ πηγαινοερχότανε στην κουζίνα κουβαλώντας το πρόγευμα, ξεκινήσαμε την κουβέντα με τον σύζυγο της τον Μουσταφά και αυτός από την Γαληνόπωρνη γύρω στα 55-60. Όπως μας εκμυστηρεύτηκε μετά τον πόλεμο ξενιτεύτηκε και αυτός όπως και πολλοί άλλοι τουρκοκύπριοι και έζησε για πολλά χρόνια στην Αγγλία. Σε λίγο κάθισε στην παρέα μας και η Ζουχρέ. Εγώ προσπαθούσα να εντοπίσω ποια κρυβόταν πίσω από το πρόσωπό της, να θυμηθώ δηλαδή ποιας άλλης γνωστής μου μοιάζει. Ήταν η ομοιότητα τόσο έντονη, όσο έντονη η ομιλία και η χροιά της φωνής της. Δεν άργησε και τελικά και το μισοσκληρυμένο μυαλό με βοήθησε και θυμήθηκα. Έμοιαζε μιας ξαδέλφης της αλησμόνητής μου συζύγου. Έβλεπα αυτήν, κάθε φορά που την κοιτούσα και ήταν πράγματι πολύ γλυκιά όχι κυρίως στην ομορφιά, αλλά στη χάρη. Γλυκιά και πρόσχαρη.

-Πως λέγετε το μέρος αυτό ρώτησε η Β.

-Μοναρκά, απάντησε ο Μουσταφάς. Φιλικότατοι στην κουβέντα πρόσχαροι.

Η κουβέντα μας εστιάστηκε σε κάποια στιγμή στις σχέσεις ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων πριν τον πόλεμο.

-Ούλλα τα παρατσούκλια στη Γαλλόπωρνα ήτουν ελληνικά, λέει ο Μουσταφάς. Μελάρης (άλλη λέξη σε καλή θέση στο μυαλό μου) Πάμπος, Καράκωτσιος, ο Σκόρτας, ο Βασίλης, ο Καλές, ο Κότσινος, ο Κούκκουφκιάος, Πέρτικος, Πατάς, Καραμάνος, Μούζουρος. Μιλούσαν ούλοι ελληνικά. Ναι ως το ‘58 που η οργάνωση η ΤΜΤ. Έβαλεν νόμον στο χωρκόν ότι, όποιος μιλούσε ελληνικά έπρεπε να πληρώνει πρόστιμο στον μουχτάρη ένα σελίνιν για κάθε λέξην που λάλεν. Έτσι ο Κονές, τούτοε εν έξερεν λέξην τούρτζικα, επήεν την άλλην ημέραν στον καφενέν, ήβρεν τον μουχτάρη, φκάλλει έναν πεντόληρο πο την πούγκαν του τζαι έδωσεν του.

-Τζαι εν να μιλώ όπως ηξέρω, είπεν του.

-Έτσι εγιώ, συνεχίζει ο Μουσταφάς, λέω ότι οι κάτοικοι ήταν χριστιανοί Ενετοί, Φράγκοι,  Ελληνοκύπριοι και στην τουρκοκρατία άλλαξαν την πίστη τους αναγκαστικά. Αφού η μάνα μου παλιά άμαν εκλέφταν τους κάποιοι κάτι, για να εύρουν τον κλέφτη επιάνναν ένα αρκόν (κόσκινο με τρύπες) τζαι κάρφωναν πάνω του ένα ψαλίδι τζαι λαλούσαν.

-Μα τον Άγιο Άγιον Πέτρον, μα του Αγίου Παύλον έπιασεν το η… Χριστίνα φερ’ ειπείν. Αν εσούζετου το ψαλίδι σήμαινε ότι το έπιασε τζιείνη. Τι δουλειά είσιεν ο Πέτρος και ο Παύλος  στην Γαληνόπωρνη; Και κάνει τη χαρακτηριστική κίνηση του χεριού που με τον δείκτη του έδειξε το μυαλό του. Δηλαδή, ο νοών νοείτω. Και συνεχίζει.

-Αφού μέσα στην Γαληνόπωρνη είσιεν τρεις εκκλησιές, την Αγία Άννα στην άκρη του χωρκού, άλλη μια που ήταν στο κέντρο του χωρκού και φαίνεται και σε μια φωτογραφία που τράβησεν ένας Σουηδός το 1933. Η Τρίτη δεν ξέρω απλά την συνάφερνε ο πεθερός μου. Τζείην’ την φωτογραφία την παλιάν, έσιει την ένας ξάδελφος μου στο χωρκόν. Είσιεν  μάλιστα 5-6 οικογένειες σαν τους Παπαλικκέους Αλέ Εφέντη. σχεδόν ούλη η Γαληνόπωρνη ανήκε σε τζείηνους (εννοώντας την κτηματική περιουσία). Είσειεν χωράφκια τζαι την Αφέντρικαν, λαλούσιν. Ήταν ο αρχηγός του στρατού τζαι όταν εθερίζαν, έπρεπε να θερίσουν τα δικά του πρώτα τζαι μετά να ερκινίσουν να θερίζουν τα δικά τους, ούτε τους άφηνε να βοσιήσουν στα χωράφκια του.

Οι Παπαλίκκιες ήταν οι απόγονοι του Παπαλίκκη, που στα ελληνικά σημαίνει Παπαλούκας. Ο Παπαλούκας ήταν χριστιανός ορθόδοξος ιερέας από χωριό της Λεμεσού, όπως μου εξιστόρησε κάποιος Ριζοκαρπασίτης, ο οποίος επί τουρκοκρατίας ασπάστηκε τον ισλαμισμό. Για να τον ευχαριστήσουν, αλλά και για να τον χρησιμοποιήσουν οι Τούρκοι πασάδες τον μετάφεραν στη Γαληνόπωρνη, η οποία κατοικείτο από χριστιανούς, για να τους εξισλαμίσει. Ήταν τόσον υποτακτικός και πιστός προς τους Τούρκους που του έδωσαν ανεξάντλητες εξουσίες και πολλές περιουσίες. Έγινε ο φόβος και ο τρόμος όλων των χριστιανών Γαληνοπωρνητών που σιγά-σιγά κατάφερε να τους εξισλαμήσει.

-Τρία χωρκά, Κότσιηνα, Λουρουτζιήνα τζιαι Γαληνόπωρνη, έτσι λαλούν, ούλοι ήταν χριστιανοί που γίνηκαν μουσουλμάνοι. Στα χωρκά πρώτα, μόνον ελληνικά μιλούσαν. Εβκέναν της πόρτας π.χ τζαι φώναζε η γειτόνισσα: 

-Αησιέ… έσιεις λίον λάδι να μου δώσεις; Έτσου συνεννοούνταν, στα ελληνικά.

-Έχει χρόνια που μένετε εδώ; ρώτησε η Β.

-Από το ’98, ήμασταν Αγγλία τζαι ήρταμεν, ανοίξαμε δουλειά δική μας στο Βαρώσι.

Μετά από μια μικρή σιωπή όλων μας είπα εγώ:

-Είχα έναν γνωστό μου τον Γιοσούφη από την Γαληνόπωρνη…

 -Που έρκετουν στο Καρπάσιν τζαι έφερνεν σας καραόλους έννεν;  Αποκρίθηκε αυθόρμητα ο Μουσταφάς διακόπτοντάς με.

-Ναι, του λέω, μένοντας πάλι έκπληκτος.

-Εσείς τον ελαλούσετε τον Γιουσούφη και εμείς Πουρέτιν.

-Τούτη περιοχή δαμέ εν των ελληνοκυπρίων, επιμένει η Β. δίνοντας συνέχεια στην προηγούμενη της ερώτηση.

-Όι εν τουρκοκυπριακό χωρκόν, ήτουν στρατόπεδο και μετά το 69 εφύασιν. Τούτα ούλα τα σπίτια δαμέ εν σε χαλίτικη γη.

-Μα Μουσταφά εσύ δεν τρώεις, δεν πεινάς ρώτησε η Δ.

-Εγιώ προτιμώ να κόφκω κουβέντες μαζί σας παρά να τρώω, είπε γελώντας.

-Άμα είναι για φαΐ, όταν έρθει η ώρα του στο σπίτι δεν περιμένει κανέναν, είπε χαριτολογώντας η γυναίκα του, αλλά τώρα προτιμά την κουβέντα, συνέχισε.

-Ο αδελφός του Εμ. ο Αλή, τζαι γιω επήαμεν στον καφενέ του Πέτρου στο Φρέναρος να πιούμε καφέ τζαι φέρνουν μας τζαι αυκά να μπουκώσουμε. Λέω του Αλή.

-Τα αυκά είναι λογιών-λογιών τζαι ραφατάν  τζιαι καλοψημένα.

- Μα τι σημαίνει ραφατάν, ρωτά ο Αλής. Άκουσεν ο Πέτρος τζιαι λαλεί του:

-Μα εν ηξέρεις ρε ήνταν που ‘ναι το ρουφουτάν; Εν μελάτον ρε.

-Τζιαι γιατί εν μου λαλείτε εν μελάτα να καταλάβω τους απαντά ο Αλή.

Και σκέφτομαι εγώ. Παρά τα 44 χρόνια επιβολής της αυτοαπομόνωσης  ακόμα συνεχίζουν να γνωρίζουν περισσότερα ελληνικά παρά τούρκικα.

-Πε το τζαι τζειήνον με τον σιύλον, τον προτρέπει ο Εμ.

Και συνεχίζει ο Μουσταφάς ο σύζυγος της Ζουχρέ.

-Ο φίλος μου ο Κκεμάλης ‘πο τη Γιαλούσα εκπαιδεύει σιύλλους για το τζιηνίν τζαι πουλεί. Ήρτεν ο φίλος μου ο Πέτρος ‘πο Φρέναρος τζαι εγόρασε έναν να πάρει ποτζιεί στο μερκάν σας. Εβάλαν τον μέσ’ τ’ αυτοκίνητο τζαι άμαν εφτάσαν τζιαμέ στο οδόφραγμα επετάχτηκεν έξω ο ψόφος τζαι έφηεν μας. Ο γιος μου επετάχτηκεν έξω να πάει να τον πιάσει. Άρχισε τζαι εφώναζε του γκελ-γκελ, που σημαίνει έλα-έλα, αλλά ο σιύλλος έν έρκετουν. Λαλώ του Πέτρο:

-Ρε τούντον σιύλλον έννεν ‘πο τον Κκεμάλη που τον εγόρασεν; Έν τζαι ξέρει τούρτζιηκα, φώναξε του ελληνικά.

-Έλα κόρη μου, λαλεί της, έλα πίσω κόρη μου τζαι αμέσως το χτηνό  εστράφηκεν πίσω.

Στο Παραλίμνι ο Κκέλης, ο Κκέλλης είναι τουρκοκύπριος και μιλά ελληνικά, δεν ξέρει τούρκικα συνεχίζει χαριτολογώντας ο Μουσταφάς, επήαν με παρέαν σε ένα καφενείον να φάσειν λουκάνικα. Έδωκεν του τζαι κάτι άλλον να τους ψήσει.

-Ήντα που ν’ τούτα ρώτησεν ο καφετζιής; 

-Αμπελοπούλια λαλεί του ο Κκέλης.

-Μα που τα ‘βρες τούτα; Ξαναρωτά ο καφετζιής.

-Εν πο το Καρπάσιν του απαντά.

-Α!!! εσείς εις το Καρπάσιν επεράσετε πολλά βάσανα.

-Επεράσαμεν είντα να κάμουμεν, λαλεί του ο Κκέλης, επεράσαμεν.

-Εγιώ ρε φίλε εν αγαπώ τους τουρκοκυπρίους τζαι αν μου πουν περάσει εν να τους κάμω ούλους έναν-έναν εν να τους… και έκαμεν έτσι με το χέριν του.  Εσηκώστηκε ο Κκέλης τζαι λαλεί του:

-Έλα άρκεψε από μένα.

-Γιατί είσαι τούρκος λαλεί του.

-Ναι πολοάται ο Κκέλης.

-Μα έν τζαι εν εσάς που εννοούσα, εν τους έποικους.

Και ενώ η κουβέντα συνεχιζόταν πάνω στο θέμα των σχέσεων και των δεσμών μεταξύ τουρκοκυπρίων και ελληνοκυπρίων, δυο φιλικουτούνια ή δεκαοτούρες όπως τα λένε στην Ελλάδα, δεν έπαψαν να μας μελωδούν με το χαρακτηριστικό γογγυσμό τους:  Ούου – ουούκ!! Και η κουβέντα συνεχίστηκε με την δικιά μου παρέμβαση.

-Είναι για να δείτε, λέω στην παρέα, πως μας έκαναν οι ηγεμόνες μας να σκεφτόμαστε για τον δίπλα μας και τον συνάνθρωπο μας τον συμπατριώτη μας.

Μου απαντά η Ζουχρέ:

-Ο παπάς μας, η γιαγιά μας, ο παππούς μας, ούλον με τους ελληνοκυπρίους, ήταν μέσ’ τους κάμπους και ζούσαν αγαπημένοι.

Για να αναδείξει και τις έξωθεν παρεμβάσεις η Δ. διηγήθηκε μια ιστορία.

-Το ’74, μετά τον πόλεμο, όρισαν οι Αμερικάνοι έναν αξιωματικό, Άγγλο ναύαρχο, να κάνει μια στατιστική μελέτη μεταξύ των ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων για το αν θέλουν επανένωση. Με εξαίρεση την Τόχνη, όλοι ζήτησαν επανένωση. Όταν ο ναύαρχος παρουσίασε τη μελέτη του στον ΟΗΕ, τότε οι αμερικάνοι του είπαν:

-Μα εμείς δεν σε προσλάβαμε να τους μερώσεις αλλά να τους χωρίσεις. Τον έστειλαν στην Αγγλία και τον καθαίρεσαν μάλιστα.

Την συνομιλία έσπασε ο ήχος ενός κινητού που ακουγόταν μέσα από το σπίτι. Σε υπόδειξη της Δ. ότι κτυπά κινητό ο Μουσταφάς λέει:

-Άστο έχουμε 5-6 κινητά, ‘πο ένα κυπριακό, εννοούσε ελληνοκυπριακό, ένα τουρκοκυπριακό τζαι πω έναν τούρτζικο. Όπως μέσ’ το τσεντί (πορτοφόλι) μας έχουμε λεφτά, ευρώ, τούρτζιηκα τζαι δολάρια.

Η κουβέντα τώρα μπήκε σε άλλο θέμα. Λέγει ο Μουσταφάς

-Οι τουρκοκύπριοι εμείναν καμιάν εξηνταρκάν (εννοούσε χιλιάδες), ήμασταν 120 το ‘63 αλλά μόνο 60 εμείναμεν, οι υπόλοιποι εν έποικοι. Μακροχρόνιο αγώνα είπεν ο Μακάριος, συνέχισε ο Μουσταφάς. Έχασεν το παιγνίδι τώρα, οι έποικοι εν μισό εκατομμύριο εμείς κάμνουμεν έναν μωρό τζαι τζείνοι πιάνουν 4 γεναίτζιες τζαι κάμνουν μια μάντρα. Φυσικά οι δικοί μας (εννοεί την ηγεσία τους) εν το παραδέχονται, αλλά από την πεζίνα που ξοθκιάζεις, τα μωρά στα σχολεία καταλάβεις πόσον κόσμο έχει δαμέσα. Εμείς ξέρουμε τζαι ευτυχώς που έσιει κρίση οικονομική στην Αγγλία γιατί αν μεν είσιεν, ούλοι  οι τουρκοκύπριοι είσιεν να παν στην Αγγλίαν. Ήταν να μεν μείνει ένας. Π.χ  δαμέσα ανοίουν ξενοδοχείο τζαι δουλεύουν 300 ανοματοί. Μόνον 5-6 εν τουρκοκύπριοι, οι άλλοι εν ‘πο την Τουρκία και ότι ξωδκιάζουν, φαΐ φρούτα ούλα εν ‘πο την Τουρκία που τ’ αγοράζουν.

-Ααα… τώρα  που εν να έρτει ο Ερτογάν εν να κάμετε φασαρία; Ρώτησε η Δ.

-Μμα είντα να κάμουμε; Διερωτήθηκε η Ζουχρέ, έχουμεν τον ανάγκη. Και συμπλήρωσε ο Μουσταφάς:

-Μα με την φασαρία είντα ν’ που εν να κάμεις; Εκάμαμε τόσες φορές, είντα ν’ που πετύχαμε; Τώρα που εννά πιάσει τζαι την προεδρία της Ευρώπης (εννοούσε την Κυπριακή Δημοκρατία) οι Τούρτζιοι (ξεχωρίζει τον εαυτό του σαν κύπριος από τους Τούρκους) ελυσσιάσαν. Για να νιτζιήσουμε την Τουρτζιάν, μόνον αν μπει στην Ευρώπη  τζαι νιτζιήσουμε την με τον νόμο. Και συνεχίζει αλλάζοντας θέμα αστειευόμενος ο Μουσταφάς για να μας πειράξει.

-Εν να πιούμε τζαι κανέναν καφέ τούρτζικον;

-Όι, είπαμε γελώντας, είναι ώρα να πάμε.

-Οκ, θα ξαναβρεθούμε στην Γαληνόπωρνη μετά.

-Να πω τζαι έναν εγιώ, είπεν ο Εμ.

-Πριν την νάρκωση, σε κάθε άρρωστο, του κάνουμε κάποιες ερωτήσεις έτσι για ιστορικό,  αλλά και για να τον κάνουμε να ηρεμήσει. Ένας νεαρός πάσ’ τα 35, ήλθε να κάνει εγχείριση. Όταν τον έπιασα κουβέντα κατάλαβε, από την προφορά φαίνεται, ότι δεν ήμουν Ελληνοκύπριος.

-Είσαι ξένος κουμπάρε, λαλεί μου.

-Ναι Γερμανός του λέω, την ειδικότητα μου την έκανα στην Δυτική Γερμανία, μας διευκρινίζει. -Έσιει κανέναν πρόβλημα, ρωτώ τον.

-Όι κουμπάρε, τούρκος να μεν είσαι τζιαι εν πειράζει.

Πάλιν γελάσαμε όλοι, αλλά εγώ στο μυαλό μου γυρόφερνα, ανάλυα, φιλτράριζα όλα αυτά τα συμβάντα και προσπαθούσα να δώσω μια εξήγηση σ’ αυτές τις συμπεριφορές των ανθρώπων  ένθεν και ένθεν. Και σκεφτόμουνα και διαλογιζόμουνα μέσα μου. Γιατί να καταφέρουν κάποιοι να μας κάνουν να νιώθουμε έτσι ο ένας για τον άλλο; Γιατί να μην μπορούμε να καθαρίσουμε το μυαλό μας απ’ αυτά που μας εμπότισαν οι ξένοι για να μπορούν να μας κρατούν υπόδουλους των.  Το διαλογισμό μου έκοψε η απόφαση της Β.

-Οκ, τότε θα τα ξαναπούμε στην Γαληνόπωρνη, είπε απευθυνόμενη προς το ζευγάρι των τουρκοκυπρίων.

Μπήκαμε στα αυτοκίνητα μας και με μπροστάρικο το αυτοκίνητο του Εμ, πρόσω ολοταχώς. Άγιος Θεόδωρος, Ταύρου, Κώμα του Γιαλού, Λεονάρισο, στροφή δεξιά Βασίλι, Λυθράγκωμη, Βαθύλακας, το χωριό της αλησμόνητης μου συζύγου. Δεν άντεξα, μπήκα στον πειρασμό, λοξοδρόμησα αριστερά και τράβηξα βόρεια προς το δάσος της Καβάλας. Εκεί δίπλα ακριβώς από το σχολείο ήταν το πατρικό της. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, πέρασε από το μυαλό μου σαν κινηματογραφική ταινία η πρώτη επίσκεψη μας εκεί όταν πρωτάνοιξαν τα οδοφράγματα. Την έβλεπα μπροστά μου να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, να περπατά με γοργά βήματα για να φτάσει πρώτη στο σπίτι αγνοώντας τελείως την παρουσία των ηλικιωμένων γονιών της και να χαϊδεύει τις πόρτες, τους τοίχους, να σκύβει να παίρνει μια χούφτα χώμα από την αυλή της και να το σφίγγει τόσο πολύ σαν να ήθελε να το κάνει ένα με το σώμα της. Και όταν σε λίγο συνήλθε να στρέφεται πίσω τρεχάτη για να βοηθήσει τους γονείς της να πορευτούν και αυτοί στο σπίτι τους. Την έβλεπα να μου περιγράφει την κάθε του γωνιά. το κάθε του σημείο.

Δεν το κρύβω δάκρυσα προσπαθώντας να μην το αντιληφθούν οι συνταξιδιώτες μου. Μεταβολή και ξανά προς το δρόμο μας. Διασχίσαμε τον Άγιο Συμεών και προχωρήσαμε προς την Κορόβια. Στην πορεία λίγο πριν την Κορόβια, είδα τον Εμ να βγάζει το χέρι του έξω από το αυτοκίνητο και δείχνει κάτι στο βάθος δεξιά μας. Ελάττωσα ταχύτητα και προσπάθησα να εντοπίσω τι ήταν αυτό που μας έδειχνε. Βρισκόταν στη νότια πλευρά του δρόμου σε απόσταση κανένα χιλιόμετρο. Ήτανε κάτι βράχοι απότομα κάθετοι. Παρατηρώντας τους περισσότερο ότι κάτι μου θύμιζαν. Όντως κάπου είχα δει αυτούς τους βράχους. Σε ένα μεγάλο ύψος που από μακριά το υπολόγισα περισσότερο από 15 μέτρα, διακρίνονταν λαξευτά καμαρόσχημα σπήλαια και μια μεγάλη άσπρη σκάλα ακουμπισμένη εκεί, προφανώς για να μπορούν οι επισκέπτες να ανεβαίνουν στα σπήλαια.

Διασχίσαμε και την Κορόβια, αμιγές τουρκοκυπριακό χωριό, όπως και ο Άγ. Συμεών. Ένα περίπου χιλιόμετρο πριν τη Γαληνόπωρνη, ένα τρακτέρ ερχόταν από την απέναντι πλευρά του δρόμου. Προφανώς διότι γνώριζε το οδηγό του ο Εμ σταμάτησε. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο αυτός και από το τρακτέρ ο οδηγός του. Χαιρετίστηκαν και συνομίλησαν για λίγο. Ο άγνωστος  για μας, κατευθύνθηκε προς το μέρος μας. Αντιλαμβανόμενος εγώ ότι ερχόταν με πρόθεση να μας μιλήσει, κατέβασα το τζάμι του αυτοκινήτου, όχι προφανώς για να εισχωρήσει μέσα η αύρα του καλοκαιριού, πράγμα που έγινε, αλλά για να τον χαιρετίσω και να συνομιλήσουμε.

-Γεια σας κοπέλια, είντα κάμνετε; Μας ρώτησε.

-Καλά σε χαιρετούμε, αποκρίθηκα εγώ και παρότι ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι ήταν Γαληνοπωρνίτης τον ρώτησα:

-Είσαι από την Γαληνόπωρνη;

-Βέβαια, μου απαντά. Περιττό να πω ότι ούτε και αυτού τα ελληνικά του διέφεραν καθόλου  μα καθόλου από τα δικά μου.

-Εσείς από πού είσαστε; Ρώτησε με την σειρά του.

-Από το Ριζοκάρπασον,  είπα είμαι εγώ.

-Ααα… ξέρω καμπόσους Καρπασίτες.

-Τον Κ. τον ξέρεις; (Κ. ήταν το παρανόμι του πατέρα μου)

-Μα τον Γι. σιορ, (τον αποκάλεσε το όνομά του) εν τον ξέρω καλό. Η μάνα σου ηηη…. δυσκολευόταν να θυμηθεί το όνομα της. Τον άφησα να παιδευτεί λίγο για να δω αν θυμηθεί. Δυσκολευόταν αλλά για να νε βεβαιώσει ότι την γνώριζε ανταπαντά:

-Δεν είναι αυτή που βάφτισε τον μακαρίτη τον Ττά. του Μ.

-Αυτή είναι, του απαντώ.

-Πως πάει εν καλά;  Με ρωτά.

-Όχι, του λέω είναι πολύ άρρωστη και ταλαιπωρείται πολύ.

-Η θκεια σου η Π. ζιεί, πως είναι; Με ξαναρωτά.

-Ζει, τουαπαντώ, είναι στο γεροκομείο.

-Έχασε τζιαι η καμένη τον γιο της τον Γιω. Ήταν πολλά καλός άνθρωπος ο γιος της. Ο άλλος ο μιτσόττερος.  είντα κάμνει; Τον άλλον τους αρφόν χωρώ τον, εν ποδά, πρόσθεσε.

Πραγματικά έμεινα έκπληκτος από αυτό το γεγονός. Δεν ήξερα τι να υποθέσω για όλες αυτές τις γνωριμίες. Όμως μπήκα στον πειρασμό να τον ρωτήσω ποιος είναι, για να συμπεράνω γιατί ξέρει όλα αυτά τα ονόματα.

-Εσένα πως σε λένε; Τον ρώτησα. Και ακούστε τι μου είπε.

-Έμενα για να με γυρέψετε δαμέ στη Γαληνόπωρνα, να ζητήσετε τον Κουρούσιη του Μαυρόκωστα.

Ήμουν, σχεδόν βέβαιος, ότι είχα μπροστά μου έναν λινοπάμπακο, ένα εξισλαμισμένα ελληνοκύπριο χριστιανό, όπως ίσως και οι προηγούμενοι. Δεν ξέρω μπερδεύτηκα, ίσως να έχω και λάθος.

-Κουρούσιης τι σημαίνει αυτή η λέξη; Ρώτησε η Β. για να λύσει προφανώς την απορία της και για το γεγονός έχουμε και εμείς τέτοιο επώνυμο.

-Πλούσιος ριάλια πολλά, και έκανε την χαρακτηριστική κίνηση με τα δυο χέρια του κινώντας τα δάκτυλα του. Μια κόρνα όμως ενός αυτοκινήτου από πίσω μας έκανε να διακόψουμε το διάλογο. Βάλαμε μπροστά και κατευθυνθήκαμε προς την Γαληνόπωρνη. Από τον κύριο δρόμο που οδηγεί στο Ριζοκάρπασον στρίψαμε αριστερά κατευθυνθήκαμε βόρεια, πήραμε την ανηφόρα στρίψαμε αριστερά, ξανά ανηφόρα. Εδώ είναι χρήσιμο να αναφέρω ότι η Γαληνόπωρνη είναι κτισμένη αμφιθεατρικά πάνω στην πλάγια του βουνού και κοιτάζει προς νότο. Τα περισσότερα σπίτια της είναι παλιά, υπάρχουν όμως και ορισμένα καινούρια χτισμένα όμως με μια άχαρη αρχιτεκτονική και χρησιμοποιώντας άτσαλα και ακαλαίσθητα χρώματα. Αφού κάναμε μια στροφή δεξιά, φάνηκε στα αριστερά μας ένα παλιό  σπίτι με ανάγλυφη μια καφέ μεγάλη κορνίζα στον εξωτερικό δυτικό τοίχο και στην πάνω μεριά ένα όνομα στα τούρκικα, γραμμένο ημικυκλικά. Προχωρήσαμε ακόμα καμιά εικοσαριά μέτρα και σταματήσαμε στην δεξιά πλευρά του στενού δρόμου. Στο δρόμο μας παρέλαβε ένας ξάδελφος του Εμ, μας έδειξε το σπίτι του, αλλά αντί να πάμε προς το σπίτι μας οδήγησε στην είσοδο του σπιτιού που είχε την ανάγλυφη καμήλα. Για να μπεις στο δωμάτιο αυτό δρασκελάς ένα μικρό περβάζι τα οποίο προφανώς χτίστηκε στο κατώφλι για να αποτρέπει την είσοδο των όμβριων νερών. Μπαίνοντας μέσα έμεινα έκθαμβος, γιατί μέσα αντίκρισα κάτι που ανέκαθεν με γοήτευε. Εκατοντάδες παλιά αντικείμενα, αγγεία, εργαλεία, έπιπλα, φωτογραφίες και ότι μπορεί να φανταστεί το μυαλό του ανθρώπου που τα έζησε όλα αυτά. Αμέσως μετά το πραγματικό για μένα σοκ, είδα μπροστά μου ένα μικρόσωμο, μυστακοφόρο, γαλανομάτικο ανθρωπάκι, γυμνό από την μέση και άνω και με αρκετούς γύψους στα χέρια και στα πόδια και στο σώμα, ένδειξη ότι ασχολείτο με την κατασκευή κάποιων από τα πολλά αντίγραφα αντικειμένων που  κατασκεύαζε. Αφού μας σύστησε ο Εμ.  άρχισε με πολλή προθυμία και ενθουσιασμό να μας ξεναγεί στο πραγματικά εξαιρετικά πλούσιο μουσείο του λαϊκής τέχνης.

Μόλις μας έδειξε την καντηλοθήκη, ένα κομμάτι χονδρού καλαμιού μήκους 40 εκατοστών, ήλθε μια θύμηση στο μυαλό μου. Κάπου λέω μέσα μου ξαναείδα αυτή την εικόνα.

-Δε μου λες, είστε εσείς που έδειξε το “ΒΙΖ”..

-Ναι, στο “ΕΜΕΙΣ”, μου απαντά. Του ανάφερα το τούρκικο όνομα της εκπομπής του ΡΙΚ και με επιβεβαίωσε με το ελληνικό. Αλήθεια γιατί, αυθόρμητα εγώ τη γλώσσα του και αυτός την δική μου; Η φωτογραφική η δική μου αλλά και της Γ. πήραν φωτιά. Δεκάδες οι φωτογραφίες, θαύμασα, είναι αλήθεια και το ωραίο στυλ και το πάθος που η μικρή Γ. τραβούσε τις φωτογραφίες με την πανάκριβη φωτογραφική της.

Θα προσπαθήσω να περιγράψω όλα όσα είδαμε αλλά είμαι σίγουρος ότι θα θυμηθώ λιγότερο από το ένα τρίτο.  Κορύπες, σιεροκουτάλες, ξυλοκουτάλες (η μια έφερε μάλιστα χαραγμένα στο χερούλι της στα ελληνικά τα αρχικά: Ν.Σ.Ξ 1962, σιερονησκιές, παλιά μαχαίρια, πρότσες (πιρούνια), πιάτα, κούνιες των παιδιών, τσιγκέλια, προτσοθήκες, αρμαρόλες, πιατοθήκες, γούφα με τα πανιά χτένια, μιτάρκα, μιτήτες, πήχης, αράχτια, μακούτζια, ανέμες, δουλάππι, τσάππες, ξυνάρι, σκαλιστήρι, παλιό νυμφικό (είναι αυτό με το οποίο όπως μας είπε παντρεύτηκε η μάνα του), παλιές μπουκάλες, διαφημιστικές πινακίδες, σιερομήλια, ξύλινες πιατοθήκες, σαρκές θρούμπενες και σαψισιένες, δρεπάνια, ραδιόφωνα, παλιές ραπτομηχανές, γύψινες τσιιπινιές (σουβάντζες), ψαλίδια που κούρευαν τα πρόβατα, σιεροπάλουκα που σσιήνιαζαν τα ζώα, πολλές τέντζιερες (μαγείρισσες), χαρτζιά, λάμπες πετρελαίου, σκαλιστά ερμάρια, ξύλινα ανάγλυφα κάδρα που απεικόνιζαν την  καθημερινή ζωή και κάμποσες μαυρόασπρες φωτογραφίες. Αμέσως το μάτι μου ξεχώρισε δυο. Η μια, με ένα νεαρό προφανώς τ/κ, ξαπλωμένο κάτω με ένα οπλοπολυβόλο μπρεν (που βρέθηκαν αλήθεια τα αγγλικά όπλα στην Γαληνόπωρνη, αφού η Τουρκία δεν εμπλάκηκε στο  Β’ παγκόσμιο πόλεμο; Είναι ένα  ερώτημα που από μόνος μου δίνω απάντηση: Δουλειά του πατρώνων μας των Άγγλων, που με μαεστρία εφάρμοζαν το: “Διαίρει και βασίλευε” και μεις οι αδαείς απολαμβάναμε το κουτόχορτο που μας τάιζαν σκάφτοντας και οι δυο πλευρές τον τάφο μας. Η άλλη φωτογραφία, ήταν αυτή που μας ανέφερε ο Μουσταφάς στη Μοναρκά, μια φωτογραφία τραβηγμένη από ένα Σουηδό το 1932, που δείχνει ότι κάπου στο μέσο του χωριού υπήρχε μια μισοχαλασμένη εκκλησία. Από τη φωτογραφία γίνεται αντιληπτό ότι τότε σωζόταν μόνο οι τοίχοι και ο τρούλος του ιερού. Σκέπη δεν είχε. Σήμερα φυσικά δεν υπάρχει ίχνος από την εκκλησία. Όταν ρώτησα τον Κεμάλ Ντεβεσί, ποιού Αγίου είναι η εκκλησία δεν ήξερε. Προσπάθησα να την αποθανατίσω όσο γίνεται καλύτερα, για περισσότερη μελέτη. Αφού τραβήξαμε με τη Δ. κάμποσες φωτογραφίες, βγήκαμε έξω όπου μας περίμεναν οι άλλοι. Πήγαμε προς το σπίτι του Εμ όπου εκεί μας γνώρισε τον αδελφό του που είναι μόνιμος κάτοικος της Αγγλίας, τη μάνα του την Αϊσιέ και ένα άλλο ξάδελφο του. Δεν καθίσαμε απλά  βάλαμε τα μαγιό μας και τραβήξαμε για τον βασικό μας προορισμό το Μωρόσυκο. Η Β. το ‘λεγε Μουρόσικο, εγώ Μωρόσικο. Συμφωνήσαμε ότι το τοπωνύμιο αυτό του Ριζοκαρπάσου χρίζει περαιτέρω διερεύνησης. Αφού διασχίσαμε την μεγαλύτερη πεδιάδα του Ριζοκαρπάσου περνώντας από τον Τράχωνα τους Τούρκους και τον δικό μας, στα δεξιά μας συναντήσαμε τα Πηδαούλια, τις Καμάρες, τον Κακοτρή, τις Ελευθέρες, στα αριστερά η ευρύτερη περιοχή Συκά, όπου εκεί υπάρχουν και τα ερείπια της εκκλησίας της Παναγίας της Αφέντρικας, (Η εκκλησία είναι τρίκλιτη της πρώιμης Μεσοβυζαντινής περιόδου. Παραμένουν όρθια μόνο τα δύο ακρινά κλίτη, το βόρειο και το νότιο. Το επίπεδο της εκκλησίας βρίσκεται περίπου 1,5 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. Μαρτυρίες κατοίκων (Α. Τανής) λένε ότι η εκκλησία παλιά βρισκόταν στο επίπεδο της επιφάνειας αλλά από τις επιχωματώσεις που έγιναν λόγω των βροχών βρέθηκε θαμμένη 1,5 μ. κάτω από την επιφάνεια. Γύρω από την εκκλησία βρίσκονται ογκώδης λίθοι οι οποίοι αποτελούσαν μέρος της τοιχοποιίας του ναού. Στο μέρος του κυρίως ναού βρίσκονται σήμερα κάτω μια κολώνα καθώς και δύο τετράγωνοι μαρμάρινοι λίθοι και διάφορα άλλα χαλάσματα). Στα  αριστερά μας βρίσκεται επίσης τα όρη Ρωμανός, Φωνιάς και Κρεββάτια και στα δεξιά μας οι Σέρκιες, το όρος Κουκκουμάς, τα Γεράνια. Από τη περιοχή της Δαφνώντας στρίψαμε δεξιά και κατευθυνόμενοι αριστερά του βουνού πάνω στο οποίο βρίσκονται τα ερείπια του Ναού της Παναγίας της Δαφνώντας συνεχίσαμε ανεβαίνοντας ένα μικρό λόφο όπου στα δεξιά είχε έναν μαντρί προβάτων. Συνεχίζοντας τον κακοτράχαλο  δρόμο στρίψαμε λοξώς αριστερά για να φτάσουμε σε κάποιους αμμόλοφους. Εκεί σταματήσαμε, το όχημα μας δε μας έκανε τη χάρη και να θέλαμε να συνεχίσει. Κατεβήκαμε και αφού ξεφορτώναμε τα πράγματα μας από το αυτοκίνητο τα φορτώσαμε εμείς. Δύσκολο το περπάτημα στην καυτή άμμο, αλλά η θάλασσα πιο κάτω μας καλούσε. Ανεβήκαμε ένα μικρό αμμόλοφο και αμέσως “είδαμε άλιον” θάλασσα δηλαδή. Πρώτη εντύπωση, το μήκος και το πλάτος της παραλίας, δεύτερη τα χνάρια των χελωνών που βγήκαν στην στεριά για να αφήσουν τ΄ αυγά τους. Μα γιατί τώρα να μετράω πρώτη δεύτερη εντύπωση και τα λοιπά αφού όλα εκεί είναι τόσο φανταστικά όμορφα; Η χρυσή άμμος, τα ανθισμένα θυμάρια πάνω στην άμμο, που οι μελισσοκόμοι λένε ότι είναι αυτό το θυμάρι που δίνει το πιο μυρωδάτο μέλι, οι ροδοδάφνες ή αλλιώς στην Καρπασίτικη γλώσσα μας οι αροάχνες που βρίσκονται κατάσπαρτες πάνω στην άμμο και φορτωμένες με τα ροζ λουλούδια τους, η καταγάλανη θάλασσα, τα διάφορα εκβράσματα της θάλασσας που “κοσμούσαν” την παραλία και τα οποία με πήραν δεκάδες χρόνια πίσω, που όταν πηγαίναμε σε τέτοιες παραλίες, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να ψάχνουμε να βρούμε κανένα μπουκάλι ή ακόμα και κανένα φελλό του πεύκου για να τον σκαλίσουμε και να φτιάξουμε βαρκούλες ή κανένα μεγάλο σανίδι για να το κάνουμε τραμπάλα. Βάζαμε οριζόντια ένα μεταλλικό βαρέλι και από πάνω ισοζυγίζαμε το σανίδι και καθόταν ο ένας από τη μια μεριά και ο άλλος από την άλλη και κουνιόμασταν. Όλα, μα όλα με κάποιες θύμησες.

Επιτέλους φτάσαμε στα χείλια της θάλασσας. Αφήσαμε κάτω τα μπογαλάκια μας, στήσαμε τη μοναδική μας ομπρέλα η οποία έφερε μια διαφήμιση της  Cyta, (ποιος στη χάρη της να διαφημίζεται στο Μωρόσυκο!), βάλαμε από κάτω ότι χωρούσε από κάτω ότι χωρούσε και… ήλθε η μεγάλη στιγμή να βρέξουμε τα ‘βασιλικά’ κορμιά μας στη βασιλική θάλασσα. Βασιλικά, γιατί έτσι πρέπει να νιώθει κάποιος όταν έχει το προνόμιο να κάνει μπάνιο σε τέτοιες βασιλικές θάλασσες έστω και κάτω από τέτοιες συνθήκες. Παραχώρησα  στη μικρή Γ. τα πέδιλα και την μάσκα που της υποσχέθηκα ότι θα της έπαιρνα και αφού γίναμε έτοιμοι για “πόλεμο”, βουτήξαμε στα καταγάλανα νερά. Βρισκόμαστε κάπου στην μέση της απέραντης παραλίας, μήκους σχεδόν ένα χιλιόμετρο. Ψάχναμε για κανένα βράχο για να απολαύσουμε περισσότερο τη θαλάσσια ζωή. Έγνεψα της μικρής Γ. να με ακολουθήσει και να τραβήξουμε δεξιά όπου στο βάθος φαίνονταν βράχοι. Πόθος μου ήταν να συναντήσω κανένα σκάρο και καμιά κουρτούνα   έτσι απλά για να την δω. Στην πορεία συναντήσαμε μεγάλες κροκάλες και το μάτι μου άρχισε να δουλεύει σαν ραντάρ, σαρώνοντας την περιοχή μια δεξιά και μια αριστερά ενώ προχωρούσα. Βλέπετε κουβαλούσα και κάποιες εμπειρίες μαζί μου όταν ψάρευα χταπόδια. Λέω μέσα μου, δεν γίνεται, αποκλείεται να μην έχει εδώ χταπόδια.

Δεν πρόλαβα να τελειώσω την σκέψη μου και 5-6 μέτρα μπροστά μου γυάλισαν κάποια άσπρα κοχύλια είναι τα απομεινάρια κάποιων οστρακοειδών που καταβροχθίζουν τα χταπόδια όμως που προδίνουν. Σήκωσα το κεφάλι μου πάνω να εντοπίσω τη Γ. για να την φωνάξω νάρθει κοντά μου να παρακολουθήσει την απόπειρά μου να το πιάσω με τα χέρια. Όταν ήλθε κοντά μου της έδειχνα με το δάκτυλο μου να δει το χταπόδι αλλά μάταια. Ήταν όντως καλά καμουφλαρισμένο. Με το χέρι μου έκανε νόημα ότι δεν έβλεπε τίποτα. Βούτηξα τότε έχωσα απότομα το χέρι μου μέσα στην φωλιά και το άρπαξα. Ήταν ένα πελώριο χταπόδι τριακοσίων το πολύ γραμμαρίων. Πρώτη του αντίδραση να αφήσει το μαύρο του μελάνι ελπίζοντας ότι θα το βοηθήσει να διαφύγει. Όταν είδε και παραείδε ότι το κρατούσα σφιχτά άρχισε να κολλά τις βεντούζες μου στο χέρι μου. Η Γ. βλέποντας τη θάλασσα να μαυρίζει από το μελάνι αποτραβήχτηκε πίσω φωνάζοντας μου να μην το σκοτώσω. Φυσικά δεν είχα τέτοια πρόθεση. Όμως του έδωσα την ευκαιρία να απολαύσει κάτι που ίσως ελάχιστα χταπόδια απόλαυσαν. Του έδωσα την ευκαιρία να πετάξει μερικά μέτρα στον αέρα πάνω από την θάλασσα πετώντας το προς την μεριά του Ε. και της Β.

Μετά την μικρή αυτή περιπέτεια συνεχίσαμε το κολύμπι προς τα δυτικά όπου φτάσαμε επιτέλους στους βράχους. Αραιά και που  ξεπετιόταν και κανένα ψάρι, σαργός ή σορκός στα καρπασίτικα, καμιά πέρκα, κανένας γύλος, αλλά κουρτούνα πουθενά. Είπα μέσα μου, εγώ θα κολυμπώ μέχρι να βρω κουρτούνα,  είναι αδύνατον να μην έχει αφού πριν τον πόλεμο μερικές εκατοντάδες μέτρα ανατολικότερα από κει που βρισκόμαστε στο Μωρόσυκο, πήγαινα με το ποδήλατο μου και έριχνα σκαρκές και έπιανα 4-5 οκάδες σκάρους και κουρτούνες κάθε φορά. Πράγματι άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους μικρές άσπρες κουρτούνες.  Αφού τις απόλαυσα που κολυμπούσαν τσιμπώντας αραιά και που κάποια φυτά της θάλασσας, δείχνοντας τις και στη Γ. έγνεψα στην συνταξιδιώτισσα μου να κάνουμε μεταβολή. Στην επιστροφή συναντήσαμε και την Β με τον Έμ. Ο Εμ. έσπρωχνε ή μάλλον κρατιόταν, από ένα βολίτζιην  μήκους 3 περίπου μέτρων. Ήταν ένα ίσιο αορατιέτινο βολίτζιην που το εξέβρασε η θάλασσα σαν αυτά που χρησιμοποιούσαν για τις στέγες των σπιτιών τα παλιά χρόνια. Είπαμε και εκεί κάποιες ψιλοκουβέντες  και τραβήξαμε κατά την ομπρέλα μας. Τώρα μια ομπρέλα πόσους να χωρέσει από κάτω; Αφού στεγνώσαμε λίγο, η Β κάλεσε για συσσίτιο. Είχε ετοιμάσει για όλους από ένα σάντουιτς, έτσι συμφωνήσαμε να πάρει αυτή το φαί, εγώ φυσικά τους έκανα την “έκπληξη”. Πομηλόρι, -έτσι ονομάζω τις τομάτες που καλλιεργώ στο σπίτι μου γιατί είναι σχεδόν άνυδρες και χωρίς φάρμακα, σαν αυτές που καλλιεργούσαμε στα μποστάνια μας πριν τον πόλεμο- αγγούρι και αυτό από το γιώρκιν  τζιαι  χαλλούμιν χωρκάτικον του τυρόγαλου. Πράγματι τα απολαύσαμε όλα αφού όλα ήταν πολύ ωραία. Εκείνη την ώρα ήλθε και ο Πανίκκος  μαζί με έναν άλλο κύριο γύρω στα πενήντα πέντε και αυτός. Τους χαιρετίσαμε, αλλά για να πω το ήμαρτον μου τον άλλο δεν τον αναγνώρισα.

-Δε με κατάλαβες; Με ρωτά.

-Όχι, του απαντώ, προσπαθώ αλλά…

-Μα με ξέρεις, μου λέει.

Τον κοίταξα καλά, τον ξανακοίταξα μα τίποτα.

-Δώσ’ μου ένα κλειδί, του λέω, εννοώντας να μου πει κάτι για να με βοηθήσει να θυμηθώ.

-Είμαι συμμαθητής του αδελφού σου. Πάλι τίποτα.

-Ποια ενορία έμενες; Ξαναρωτώ.

-Στο τέρμα σχεδόν της Ανάβρυσης, ήταν η απάντησή του.

-Να χαρείς μην με βασανίζεις, γιατί φαίνεται γέρασα πολύ και δεν πρόκειται να σε θυμηθώ.

-Είμαι ο Ευάγγελος, ο αδελφός του Λεοντή, της Έλλης…

-Αχ βρε Άγγελε, πάνε 38 χρόνια να σε δω, που ήθελες να σε καταλάβω;

-Εγώ πάντως σε κατάλαβα, μου απαντά.

Είπαμε και με τον Άγγελο κάμποσα κουβέντες και μετά πήρα την αρπαχτική μου, έτσι λέγαμε τη φωτογραφική στο Καρπάσιν. και άρχισα το “αρρωστημένο” έργο μου.  Φωτογράφιζα τα ανθισμένα θυμάρια, τις αροάχνες, τα φύλλα των κρίνων του γιαλού και ένα σωρό άλλα μικρά και μεγάλα φυτά διάσπαρτα πάνω στην καυτή άμμο. Σε κάποια στιγμή όμως με πρόδωσε η κάρτα μνήμης της φωτογραφικής, ήταν ήδη πλήρης. Δεν πολυαπαγητεύτηκα διότι  ήξερα ότι το βίντεο που γύρισα στο μουσείο του Κεμάλ Ντεβεσί  άξιζε πολλά.

Η ώρα είχε πάει τρεις περίπου. Γύρισα στην βάση μας όπου ήταν είδη έτοιμοι και οι άλλοι  για αναχώρηση. Ξαναφορτωθήκαμε τα πράματα μας και ίσια  προς το αυτοκίνητο. Φορτώσαμε και ξανά πίσω προς  την Γαληνόπωρνη.

Εγώ και η Δ. με τη μικρή Γ. είχαμε προαποφασίσει προηγουμένως ότι θα πάμε και μια βόλτα από το Ριζοκάρπασον, μέχρι οι υπόλοιποι πιουν τον καφέ τους  και κάνουν ντους στο σπίτι του Έμ. Αφού κατέβηκαν οι υπόλοιποι από το αυτοκίνητο, πήραμε ξανά τον δρόμο προς την Συκάδα και από την Νότια στρίψαμε αριστερά ανεβήκαμε την ανηφόρα του Ανάκου (Άγιος Ιάκωβος) περάσαμε από το Κοτσιηνόνερο, ανεβήκαμε στο Καψαλόβουνο και νάσου το ομορφότερο χωριό της Κύπρου που ξεπρόβαλε. Πήραμε την κατηφόρα, περάσαμε από το μικρό, με τετράγωνο σχήμα, εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου, που είναι το πρώτο κτίσμα που συναντούμε στα αριστερά μας μπαίνοντας στο χωριό, στρίψαμε δεξιά για να κατευθυνθούμε προς το σπίτι μου.

Στο σπίτι μου, που όταν το επισκέφτηκα πριν 20 μέρες ένοιωσα την στιγμή εκείνη την συνέχιση της τουρκικής εισβολής. Μέχρι τότε το σπίτι μου το πατρικό, ήταν υπό την “κυριότητά” μου. Όμως  μερικές μέρες πριν, ο Τούρκος έποικος της γειτονιάς μου, το κατέλαβε παράνομα, έβγαλε όλα τα  πορτοπαράθυρα, αφαίρεσε όλους τους εσωτερικούς σουβάδες, χάλασε την κουζίνα μαζί με το παραδοσιακό λούρουππα και τις ανάγλυφες τσιπινιές, ξερίζωσε γύρω όλα τα δέντρα, εξαφάνισε τον νότιο κήπο και τα έξη  σκαλιά και όλα αυτά με πρόθεση να το φτιάξει και να κατοικήσει μέσα. Είναι σε τέτοιες στιγμές που τα αισθήματα μεταλλάσσονται και κυριαρχεί μέσα μου, τολμώ να πω μίσος, όχι προς τους πραγματικούς τουρκοκύπριους αλλά προς τους εγκάθετους της Άγκυρας και σε αυτούς που μας τους κουβάλησαν. Περάσαμε έξω από το σπίτι, εγώ δεν θέλησα να κατέβω, απλά τράβηξα μερικές φωτογραφίες με το τηλέφωνο. Η Δ. Κατέβηκε, του έκανε ένα γύρο, το φωτογράφισε και αυτή, έλεγξε αν πείραξαν το πανέμορφο δάπεδο του ηλιακού και επέστρεψε πίσω συγκινημένη.

-Δεν το πιστεύω αυτό, δεν το πιστεύω, δεν είναι δυνατόν να καταστρέψουν όλη αυτή την ομορφιά. Αναφώνησε βροντερά, ενοχλημένη για όσα είδε.

-Άαα… της λέω, θα το παλέψω το θέμα όσο μπορώ και όπως μπορώ. Δεν πρόκειται να ψηλώσω τα χέρια πάνω.

Ξεκίνησα το αυτοκίνητο και για να εκπληρώσω πλήρως την υπόσχεση μου προς τους συνταξιδιώτες μου, κατευθύνθηκα σε μια περιοχή όπου μπορούσες να παρακολουθήσεις ένα απίστευτο θέαμα. Από την στροφή όπου  ήταν το σπίτι του Κάττου και λέω ήταν, διότι το ισοπέδωσαν και το έκαναν οικόπεδο οι έποικοι πριν τρία τέσσερα χρόνια, στρίψαμε δεξιά και μετά αριστερά για να περάσουμε από το σπίτι του Τσιανού  (Εξαακουστιανός), της Ζάννενας και αμέσως ήλθε στο μυαλό μου η κοντογέμωστη φιγούρα της θείας μου της Ζάννενας –την αποκαλούσαμε θεία παρότι ήταν αδελφή της γιαγιά μας- που έπαιρνε το δρόμο από το σπίτι της για το δικό μας με το καλάθι στον ώμο γεμάτο με διάφορα είδη από σύκα, ξεχωρίζοντάς τα μάλιστα μεταξύ τους ανά είδος, με το κολοκασόφυλλο. Περάσαμε από το σπίτι του Φαλά, και αυτό οικόπεδο, δεξιά της Πιτούρας (Μαρίας) και του αδελφού της Βασιλέα για να στρίψουμε αριστερά και να πάρουμε το δρόμο προς περιβόλι του Αγίου (πορτοκαλεώνας του Αποστόλου Ανδρέα).  Μετά τη στροφή και σε καμιά 50αριά μέτρα υπήρχε ένα χωράφι με παλιά περίφραξη με βολίτζια αουρατιέτινα ύψους περίπου ενάμιση μέτρο και βάλε το καθένα. Ήταν στην σειρά καμιά 25ριά στύλοι. Περίπου 60 εκατοστά από την κορυφή και κάτω φάνταζαν από μακριά ολόασπροι σαν σοβατισμένοι με ασβέστη. Είπα στις συνοδούς μου, πριν πλησιάσουμε εντελώς, να δώσουν προσοχή προς τα εκεί. Δεν αντιλήφθηκαν όμως περί τίνος πρόκειται, παρά μόνο όταν σταμάτησα και κατέβηκαν είχαν αντιληφθεί τι ακριβώς ήταν. Άρπαξαν και οι δυο τις φωτογραφικές και τα κλικ ακουγόντουσαν κατά ριπάς. Ήταν χιλιάδες μικρά άσπρα καραολιά καρυωμένα πάνω στους στύλους τόσο πυκνά και σχεδόν το ένα πάνω στο άλλο, που μεγάλωσαν τη διάμετρο του στύλου κατά αρκετά εκατοστά. Πάλι η Δ. αναφώνησε:

-Δεν το πιστεύω, δεν ξανάδα ποτέ μου τέτοιο πράγμα!!! Και να ομολογήσω και γω, πουθενά δεν αντίκρισα τέτοιο θέαμα. Μιλιούνια  τα καραολιά. Αν οι έποικοι ήξεραν ότι στις ελεύθερες περιοχές πουλιούνται δέκα ευρώ το κιλό, σίγουρα δεν θα βρίσκαμε ούτε ίχνος. Αφού και οι τρεις τα περιποιηθήκαμε φωτογραφικά προχωρήσαμε προς την ανηφόρα. Στα δεξιά μας έπρεπε να ήταν το περιβόλι (πορτοκαλεώνας τ’ Αγιού του Αποστόλου Ανδρέου δηλαδή) ενώ ούτε ίχνος δεν υπήρχε. Οι έποικοι φαίνεται προτίμησαν να κάνουν καυσόξυλα τα δέντρα όπως σχεδόν  όλα τα περιβόλια του Ριζοκαρπάσου. Αρχίζοντας να ανηφορίζουμε, λίγο πριν το διώροφο σπίτι του Χριστόδουλου Πολυκάρπου άλλως Κουρκουτάς ή Κουρκουτέτιν ή Μάππης ή Μαππούριν, ξεφύτρωσε  μπροστά μας στην αριστερή πλευρά του δρόμου ένα σπίτι που τώρα άρχισε να κτίζεται και δυστυχώς τώρα τελευταία ξεφύτρωσαν πολλά στο Ριζοκάρπασον. Μόλις το περάσαμε και αυτό, στάθμευσα στα αριστερά κάτω από μια μεγάλη μουριά (συκαμιά).

-Γιατί σταματήσαμε; Ρωτά με απορία η Δ.

Με το δείχτη του χεριού μου έδειξα την δεξιά πλευρά του δρόμου όπου είχε ένα κομμάτι γης, μια μικρή πλαγιά, μπροστά από τα γνωστά σπίτια του Αγιού γεμάτη από αλαθρήκες (αναθρήκες).  Μηλιούνια και πάνω σ’ αυτές τα καραολιά. Φαίνεται ότι η φετινή πολυομβρία ευνόησε πολύ τον πολλαπλασιασμό τους. Κατέβηκαν και εκεί οι κοπέλες για φωτογράφιση. Εγώ ακούμπησα την αγκώνα του δεξιού μου χεριού στην πόρτα του αυτοκινήτου και στήριξα το κεφάλι μου ακουμπώντας στο μάγουλο μου έβλεπα όχι τα καραολιά, αλλά, μια την νεοαναγειρόμενη κατοικία και μια τα σπίτια τ’ Αγιού, ένα μακρινάρι κτίσμα με 5-6 δωμάτια που οι έποικοι τα κατάλαβαν και αυτά πρόσφατα και άρχισαν να τα επιδιορθώνουν. Στεναχωριόμουν συλλογισμένος. Ο Αττίλας συνεχίζεται ακόμα στο Ριζοκάρπασο και ότι πάνε κι’ αυτά, τα χάσαμε όπως χάσαμε και το σπίτι μου σκεφτόμουν μέσα μου. Χωρίς καλά να το καταλάβω οι κοπέλες βρέθηκαν μέσα στο αυτοκίνητο.

Χωρίς πολλές κουβέντες στρίψαμε αριστερά και σε εκατό μέτρα σταμάτησα έξω από το καφενείο του Άη Συνέση. Μόλις που προλάβαμε τον καφετζιή τον Βασίλη  και αγοράσαμε από ένα μπουκάλι νερό. Τι να κάνει κι’ αυτός ο έρμος, πόσες ώρες να κάθεται εκεί μόνος του χωρίς κανένα πελάτη, αφού οι περισσότεροι Ριζοκαρπασίτες είναι υπερήλικες και δεν δύνανται να πάνε έστω και για λίγο στο καφενείο, ενώ οι λιγοστοί νεαροί προτιμούν να κάθονται στον υπολογιστή τους και να “συνομιλούν” στο facebook; Οι ξένοι δε επισκέπτες που πάνε στη μονή για προσκύνημα λιγοστοί και αυτοί ίσως και λόγω αντίδρασης για τα διόδια που εφάρμοσε το παράνομο καθεστώς.

Αφού πήραμε από ένα μπουκάλι νερό, σε σχεδόν μισή ώρα βρεθήκαμε ξανά έξω από το σπίτι της Αισιέ της μητέρας του Εμ. Ανεβήκαμε τα 5-6 σκαλιά  και μπήκαμε στο σπίτι. Καθόταν όλοι εκεί και κουβέντιαζαν. Είχαν εν το μεταξύ φθάσει και οι Ζουχρέ με το Μουσταφά. Ο Εμ. έπιασε τότε στα χέρια του ένα τούρκικο μπαγλαμά, κάτι σαν το ελληνικό πουζούκι και προσπαθούσε να το ρυθμίσει.

-Τα γέρημα, έδωσεν του ο ήλιος τζιαι εξεκουρτήσητκε, είπε με δυσφορία. Ο επιμένων όμως νικά. Το έφερε στο ρέγουλο και αφού ξερόβηξε, σημείο ότι ήταν έτοιμος, άρχισε με το δεξί του χέρι να γρατζουνά τις χορδές και με το αριστερό να τις χαϊδεύει. Ένας τόνος για μένα πρωτόγνωρος, ήταν κάτι μεταξύ μαντολίνου και μπουζουκιού. Μέσα-μέσα με τους, μέσο και παράμεσο του χεριού του κτυπούσε πάνω στο όργανο και ο ήχος που έβγαινε υποκαθιστούσε τον ήχο του τυμπάνου. Και η έκπληξη ήλθε:

 

-Μέσ’  το Ριζοκάρπασο γεννήθηκα

-Μέσ’ τα δάση της Τρασιάς εκοιμήθηκα

-Ααχ… δεν τ’ αρνήθηκα

-Κούρασα την μνήμη τζ εθυμήθηκα

-Ααχ… δεν τ’ αρνήθηκα.

 

-Μέσα στην Γιαλούσαν, ερωτεύτηκα

-Τζείνην π’ αγαπούσα εμπιστεύτηκα

-Ααχ… τζαι παντρεύτηκα

-Ήμουν του θανάτου τζαι γιατρεύτηκα

-Ααχ… που παντρεύτηκα.

 

-Μέσ’ το Ριζοκάρπασον, άναψαν φωτιάν

-Δεν αφήσαν δένδρον, ούτε μια ροδιάν

-Ααχ… για την μυρωδιάν

-Έλα μάνα σβήσε, σβήσε την φωτιάν

-Ααχ… πούχω στην καρδιάν.

 

-Μεσ’ το Ριζοκάρπασον, εγκλωβίστηκα

-Τζ’ όλην την ζωή μου, βασανίστηκα

-Ααχ… τυραννίστηκα

-Για δικαίωση αγωνίστηκα

-Ααχ… δεν απελπίστηκα.

 

-Μεσ’ το Ριζοκάρπασον, η καταστροφή

-Δεν ξέρω πως, πότε να βελτιωθεί

-Γιαα… την επιστροφή

-Πες μου φίλε, πότε θα βελτιωθεί

-Γιαα… την επιστροφήηη…

 

Ένα μπράβο ακούστηκε με μια φωνή απ’ όλους, όμως και πάλιν η άκρα σιωπή έκανε τόπο στους ήχους του μπαγλαμά που ξανάρχισαν για το επόμενο τραγούδι. Παράλληλα η λεπτοκαμωμένη μάνα του η Αϋσιέ, με το χαρακτηριστικό άσπρο σάλι τα κλώσια που φορούν οι μωαμεθανές, που καθόταν αριστερά του άπλωσε το δεξί της χέρι και τον αγκάλιασε θερμά, ίσως θέλοντας να δείξει ότι επικροτεί τον συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης των αισθημάτων του.

 

-Είμαι Γαλλοπωρνήτης

-Μένω στη Λεμεσό

-Τζ’ ήρθα για να γλεντήσω

-Στο Ριζοκάρπασον.

 

Ήρθα να χαιρετίσω

-Όλους τους χωριανούς

-Τους Έλληνες τους φίλους

-Τζαι τους Οθωμανούς.

 

-Ήρθα να τραουδήσω

-Ποιήματα να πω

-Να δείξω τζαι να νιώσω

-πόσο σας αγαπώ.

 

-Τ΄Απόστολου Αντρέα

-Πα’ στο καμπαναρκό

-Να βγω τζαι να καλέσω

-Εδώ τούν’ το χωρκόν.

 

-Γαληνόπωρνη να πάμε

-Τζαι να ρωτήσουμεν

-Για νάβρουμε τους φίλους

-να χαιρετίσουμεν.

 

-Εκεί την Αγίαν Άννα

-Να προσκυνήσουμε

-Να βρέξει να χιονίσει

-Πριν να γυρίσουμε.

 

-Να ζέξω το ζευκάρι

-Για να γεωργήσουμε

-Τζαι κάμε μου τη χάρη

-Να σαρακλίσουμε.

 

-Να σπείρουμε σιτάρι

-Τζαι να φροντίσουμε

-Μονόουλοι να πάμε

-Να το θερίσουμε.

 

-Με ξύλενη δουκάν

-Να τ’ αλωνίσουμε

- Που ‘ννα φυσά τζ’ αέρας

-Να τ’ ανεμίσουμε.

 

Να ζέξουμε τον μύλο

-Τζαι να καλέσουμε

-Με τους Γαλλοπωρνίτες

-να το αλέσουμε.

 

-Η Άννα με την Έλλη

-Να το ζυμώσουσει

-Τζι’ η Ζούχρα με την Σιέρλη

-Να τα φουρνήσουσει.

 

-Ο Νίκος τζ’ ο Μεμέτης

-Να ψήσουν το οφτό

-Να πίνουμε να τρώμεν

-Εδώ στ΄τούν’ το χωριόν.

 

-Δοξάζω το θεό μου

-Για την υγεία σας

-Εβίβα τζαι για μας

-Εβίβα για τη φιλία μας.

 

-Μπουζούκια, μπαγλαμάδες

-Βιολιά να παίξουμε

-Ζεϊμπέκικο, Συρτάκι

-Για να χορέψουμε.

 

-Δοξάζω το θεό μου

-Με τη σοφία σας

-Τζαι σέβουμαι την πίστη

-Τζαι τη θρησκεία σας.

 

-Φυλάκισ’ την κακία

-Για εφ’ όρου ζωής

-Τζ’ αγκάλιασ’ την φιλία

-Αφού το εννοείς.

 

-Φυλάκισε το μίσος

-Στο κελί της καρδιάς

-Παράδεισο να πάεις

-Στο τέλος της βραδιάς.

 

Καταμεσής του καλοκαιριού και η ζέστη αφόρητη. Λόγω της έντασης και του πάθους με τον οποίο μας έλεγε τα τραγούδια του, ο ιδρώτας γυάλιζε πάνω στο μέτωπό του. Με πολύ στοργικότητα που έδειχνε πόσο καμάρωνε και απολάμβανε τον αδελφό της, η Ζουχρέ η αδελφή του, ανάλαβε να τον ανακουφίσει έστω και λίγο με το χαρτομάντιλο και με τη άσπρη βεντάλια της.

Όλοι αμίλητοι απολαμβάναμε τους ήχους του οργάνου και την φωνή του καλλιτέχνη γιατρού,  μα ποιο σημαντικό απ’ όλα άγγιξε όλους μας η σημασία των στοίχων των τραγουδιών. Φιλία, αδελφοσύνη, ήθη, και έθιμα το τόπου μας. Μας είπε όλα και όλα δύο τραγούδια. Αρκετά όμως να χορτάσουμε να συγκινηθούμε και να προβληματιστούμε.  Αφού συνήλθαμε από το πρωτοφανές γεγονός που ζήσαμε εκείνη τη στιγμή η Β λέει:

-Παιδιά είναι ώρα να συνεχίσουμε το πρόγραμμα μας, θα πάμε λίγο  ακόμα σε μια ωραία θάλασσα στον Άγιο Συμεών και μετά αν θέλουμε θα πάμε να δούμε τον Εμ. που θα πάει να κάνει μια περιτομή.

Πολύ καλή ευκαιρία, είπα μέσα μου.

-Δεν θα κλαίει το παιδί, ρώτησε η Δ.

-Τώρα κάμνουμεν τους μιαν ενεσούα και δεν πονούν, της απάντησε ο Εμ.

Αφού ευχαριστήσαμε για τη φιλοξενία τους συγγενείς και τους αποχαιρετήσαμε, μπήκαμε στα αυτοκίνητα και τραβήξαμε δυτικά προς τον Άγιο Συμεών. Φτάνοντας μέσα στο χωριό, προχωρήσαμε σχεδόν στην δυτική έξοδο του και στρίψαμε αριστερά. Προχωρήσαμε 1,5 χιλιόμετρο νότια και ο γιατρός που προπορευόταν σταμάτησε μπροστά σε κάτι πινακίδες. Σταματήσαμε και μεις και πήγαμε προς το μέρος του. Μας εξήγησε τις έγραφαν οι πινακίδες που ήταν γραμμένα στα τούρκικα. Έγραφαν ότι είναι προστατευόμενο πάρκο τουλιπών. Εκεί βρίσκεται το μοναδικό μέρος στην Καρπασία όπου φυτρώνουν τουλίπες.

Αφού ο Εμ μας εξήγησε ακόμα κάποια πράγματα για την περιοχή, συνεχίσαμε το χωμάτινο δρόμο νοτιοανατολικά μέχρι που φτάσαμε στο χείλος ενός γκρεμού 15-20 μέτρα και από κάτω μια φανταστική παραλία με μια κόκκινη άμμο να εκτίνεται προς δυσμάς. Η όμορφη αυτή παραλία έχει 300 μέτρα μήκος και καμιά 40αριά πλάτος. Πεντέξι  οικογένειες είχαν στήσει τις ομπρέλες και έκαναν το μπάνιο τους.

Όταν ρώτησε κάποιος από την παρέα αν θα πάμε όλοι για μπάνιο εγώ τους είπα ότι θα καθίσω εδώ να απολαύσω την θέα.

-Δεν θα ξαναβρέχομαι εγώ, απάντησα. Τελικά μόνο δυο τόλμησαν να βουτήξουν. Ο Εμ. η Β. ο Ε. και γω μείναμε πάνω στο ύψωμα και ψιλοκουβεντιάζαμε. Έβγαλα το κινητό και αποθανάτισα την όμορφη παραλία. Γυρίζοντας πίσω όταν τελείωσα, με έκπληξη είδα τον Εμ να κρατά ένα άλλο μουσικό όργανο. Ήταν ένα κανονάκι. Το κανονάκι είναι ένα μουσικό όργανο με πολλές χορδές και παίζεται με τους δείκτες και των δύο χεριών.

-Β. σε παρακαλώ βάλε μια μαντηλιά της θάλασσας πάνω στο καπό του αυτοκινήτου, είπε κρατώντας το όργανο ο Εμ. Προφανώς ήταν για να προστατευτεί το αυτοκίνητο. Αφού η Β. έβαλε την μαντηλιά ο Εμ. τοποθέτησε πάνω το νέο μουσικό όργανο φόρεσε στους δυο δείκτες των χεριών του τις ειδικές πέννες και άρχισε να το ρυθμίζει διότι και αυτό είχε αποσυντονιστεί από την ζέστη.

Ξερόβηξε δυο τρείς φορές και άρχισε να χαϊδεύει τις διπλές χορδές του οργάνου με τις πέννες και να κουνά σαγηνευτικά το κεφάλι του. Αφού έκανε μια ηχητική μουσική εισαγωγή, άρχισε να τραγουδά αμανέδες, στα τούρκικα αυτή τη φορά. Τραγουδούσε ένα αμανέ, σταματούσε, μας εξηγούσε τα λόγια στα ελληνικά και ξανά και ξανά. Ήταν τούτη τη φορά, όλα λόγια αγάπης και έρωτα.  Η σύνθεση του τοπίου, βουνό καταπράσινο, θάλασσα γαληνεμένη με μια υπέροχη αμμουδιά, ηλιοβασίλεμα και οι ήχοι της μουσικής, συνέθεταν ένα φανταστικό αίσθημα αγαλλίασης και ευφορίας. Για μένα ήταν στιγμές ανεπανάληπτες στιγμές που μου τις έδωσε ένας Κύπριος συμπατριώτης μου. Όσο ζω αυτές τις στιγμές τόσο ποιο πολύ απαξιώνω αυτούς που μας δίχασαν και μας κατάντησαν έτσι. Το κανονάκι όμως δεν ήταν το τελευταίο μουσικό όργανο που απολαύσαμε. Αφού μας τραγούδησε 3-4 αμανέδες τό ‘βαλε στην θέση του  και το φύλαξε. Πήρε ακολούθως ένα μικρό μπουκάλι νερό ‘Άγιος  Νικόλαος” που είχε μαζί του, πρόσφερε και σε μένα και έσκυψε και πήρε από το αυτοκίνητο μια μικρή βελούδινη κασέλα. Την άνοιξε και έβγαλε από μέσα μια ασημένια φυσαρμόνικα. Άρχισε πρώτα να σιγομουρμουρίζει και μετά αφού κάλυψε με τις χούφτες την φυσαρμόνικα και αυτή άρχισε να κελαηδά. Πάλι με έκανε να νιώσω θαυμασμό για τις ικανότητες του στην μουσική. Σε μερικά λεπτά έφθασαν και οι συνταξιδιώτες μας που έκαναν το μπάνιο τους. Ο ήλιος έγειρε για τα καλά. Το δάσος της καβάλλας ήταν πια έτοιμο να τον κρύψει μέσα στα καταπράσινα πεύκα του. Με μια εξήγηση που κάναμε στο πόδι, αποφασίσαμε, δυστυχώς για μένα που ήθελα πολύ, να μην βρεθούμε στην τελετουργία της περιτομής λόγω έλλειψης χρόνου. Ο Εμ θα πήγαινε μόνος του στον Αγ. Ανδρόνικο να κάνει την δουλειά του. Ούτως ή άλλως  δεν θα έφευγε μαζί μας διότι θα έμενε για 2-3 μέρες ακόμα στην μάνα του.

Αιωνίως Ριζοκαρπασίτης
16/7/2011

            

 


English


Ελληνικοί Ραδιοσταθμοί
 

 


Οι εφημερίδες έγραψαν για το Ριζοκάρπασον


Σχολιάζουμε, Κρίνουμε, Επικρίνουμε



Ευρωπαϊκή Ένωση


Κυπριακή Δημοκρατία


Ανακοινώσεις


Έφηβος Βουλευτής



Πρώτο Κουδούνι


Γιάννης Μανιταράς



Κινηματογράφος Λουϊζιάνα

Για χρήση οποιουδήποτε περιεχόμενου επικοινωνήστε μαζί μας. © 2010 Copyright Εκδόσεις "ρο"
Επικοινωνία - Email
Επισκέψεις από: 11/10/1999